Menu

O πληθυσμός της Κατερίνης από το 1715 μέχρι τις 19 Αυγούστου 1913

σε διάστημα δύο αιώνων η Κατερίνη από τα 50 σπίτια φτάνει τους 5.088 κατοίκους (3.308 Έλληνες ορθόδοξοι και 1.780 μουσουλμάνοι)

του Αντώνη Κάλφα

To 1715   ο Κωνσταντίνος Διοικητής, γράφει στα ρουμανικά ένα χρονικό όταν ακολούθησε με σώμα Βλάχων τον τουρκικό στρατό. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε το 1913  και σχολιασμένο από τη γαλλική γλώσσα το 1971 από τον Κ. Βακαλόπουλο παρέχει πληροφορίες για την διέλευση τού σουλτανικού στρατού μέσα από την Μακεδονία («Η Μακεδονία στα 1715». Μακεδονικά, 11, 1971, σσ. 260-271).

Ειδικότερα για την περιοχή μας γράφει πως, βγαίνοντας από τό Κίτρος, συναντά χωράφια γεμάτα θάμνους και στους λόφους επάνω διακρίνει ένα νέο δάσος και ένα δερβένι που το φυλάγουν αρματολοί. Προχωρεί κατόπιν προς την Κατερίνη τα σπίτια της οποίας υπολογίζει σε πενήντα. «Για την Κατερίνη λέγει ότι είναι μεγάλο χωριό που κατοικείται μόνον από χριστιανούς και ότι έχει μια εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, από την οποία πήρε και το όνομα το χωριό. Επίσης ενδιαφέρουσα είναι η διαπίστωση της φρουρήσεως ορισμένων δερβενιών από χριστιανούς αρματολούς, έξω από την Θεσσαλονίκη, στο γνωστό Δερβένι, κατόπιν έξω από το Κίτρος προς την Κατερίνη και τέλος προς τον Πλαταμώνα. Ακόμη πρέπει να θεωρήσουμε ως απόλυτα πιθανό ότι το τοπωνύμιο Κατερίνη είναι αγιωνύμιο, δηλαδή ότι προέρχεται από εκκλησία που τιμάται επ’ ονόματι της Αγ. Αικατερίνης».

Στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα η Κατερίνη παρουσιάζεται στις πηγές ως μια ασήμαντη κωμόπολη, χωρίς τίποτε το ιδιαίτερο, ένα τουρκοχώρι με λίγα σπίτια, ιδιοκτησία κάποιου μπέη. Στα «Απομνημονεύματα» του επισκόπου Κίτρους Νικολάου Λούση, η  Κατερίνη στα 1878  «έχει οικίας 300 περίπου» ενώ το Λιτόχωρο την ίδια εποχή έχει 600 οικίες.

Ο Ν. Σχινάς περιηγούμενος την Πιερία κατά τη δεκαετία του 1880 ανέφερε ότι η συνηθισμένη τουρκική φρουρά που έδρευε στην Κατερίνη αποτελούνταν «[…]ἐξ ἑνὸς τάγματος 300‐400 ἀνδρῶν δυνάμεως, 15‐20 ζαπτιέρων ἐντοπίων καὶ 20‐30 τουρκαλβανῶν». Το μουσουλμανικό στοιχείο δεν ήταν αμελητέο ιδιαίτερα στον πιερικό κάμπο. Κατά τη δεκαετία του 1880 η «κώμη» της Κατερίνης σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ν. Σχινά κατοικούταν από 1800 περίπου χριστιανούς και 1200 Οθωμανούς.

Ο ταγματάρχης του υπουργείου Στρατιωτικών Νικόλαος Θ. Σχινάς, στις εκδεδομένες το 1886 οδοιπορικές του σημειώσεις, περιγράφει ως εξής την Κατερίνη: «Κείται επί πεδιάδος ανοικτής, και απέχει δύο ώρας των υπωρειών του Ολύμπου και μίαν της θαλάσσης, είναι δ’ ευπρόσβλητος από τις εκ του Πλαταμώνος οδού και είναι έδρα Μουδίρου, ήτοι Επάρχου. Κατά το πλείστον ανήκει τοις Οθωμανοίς Γιουσούφ-εφέντη και Αρήφ-έφέντη. Οικείται δε υπό 70 οικογενειών Οθωμανών εκ Λάλα, Ευβοίας καί Γρεβενών. 70 οικογενειών Αθιγγάνων, χαλκέων και υπηρετών. 100 οικογενειών Κιρκασίων, πέριξ της πόλεως οικουσών, μετοίκων εκ του επί των ΒΑ. κλιτύων του Ολύμπου χωρίου Τόχοβας∙ ούτοι εισί ζευγίται και άγριοι. 220 οικογενειών χριστιανών καλλιεργητών των κτημάτων. Επομένως ο πληθυσμός ανέρχεται εις 1800 χριστιανούς καί 1200 Οθωμανούς, προς δε τούτοις και έτεραι 130 οικογένειαι παραχειμάζουσι, κατερχόμεναι εκ των χωρίων της Μακεδονίας Σαμαρίνας, Αβδέλλας, Σμίξης και Γρεβενών».

Το 1890 αναφέρονται (Στατιστικοί Πίνακες του Ελληνικού Προξενείου Θεσσαλονίκης), 300 οικίες και 700 διαχειμάζοντες Βλαχολιβαδιώτες. Σε έκθεση εκκλησιαστικής πηγής του 1900 με τίτλο “Στατιστικός πίναξ ” αναφέρονται 2070 χριστιανοί.

Το νοτιοδυτικό τμήμα του σαντζακιού Θεσσαλονίκης το καταλάμβανε, σύμφωνα με τον ιστορικό Στέφανο Παπαδόπουλο, ο καζάς Κατερίνης, ο οποίος εκτεινόταν στην περιοχή που ανήκει περίπου σήμερα ο νομός Πιερίας. «Ο καζάς αυτός είχε αμιγή ελληνικό πληθυσμό, αν εξαιρέσουμε τους λίγους Τούρκους που υπήρχαν εκεί. Συγκεκριμένα, πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους, στον καζά Κατερίνης κατοικούσαν συνολικά 22.012 Έλληνες και 3.435 Τούρκοι. Πρωτεύουσα του Καζά ήταν η Κατερίνη, κωμόπολη τότε με 3.700 κατοίκους, από τους οποίους 2.500 ήταν Έλληνες».

Η Κατερίνη στις αρχές του 20ού αιώνα είναι μια μικρή κωμόπολη, με στοιχεία όμως που υπόσχονται γρήγορη εξέλιξη∙ σύμφωνα με την έκθεση (1906) του Δημητρίου Σάρρου «η Αικατερίνη από μικράς κώμης και δη ιδιοκτήτου, οία ήτο προ της ενώσεως της Θεσσαλίας, συνοικισθείσα εξ επηλύδων βλαχοφώνων Λειβαδιωτών και Ηπειρωτών και άλλων Μακεδόνων περιοίκων και ωσημέραι προαγομένη υλικώς και πνευματικώς, κατέστη πόλις εμπορική και χαρίεσσα, κοσμουμένη διά καλών οικοδομών και ευρειών οδών, προσλαμβάνουσα δε ιδιάζουσαν χάριν εκ του μεγαλοπρεπώς υπερκειμένου αθανάτου Ολύμπου και της πυκνοφύτου σεμνής και γοητευτικής Πιερίας, ων η θέα εμβάλλει τον επισκέπτην εις διαθέσεις ευαρέστους αλλά και μελαγχολικάς». Ο Σάρρος, εντοπίζει ωστόσο και αρνητικές πλευρές που αφορούν την οικονομική και ευρύτερα αναπτυξιακή δραστηριότητα επισημαίνοντας με οξυδέρκεια: «Η κυριωτάτη αισθητή ελλειψις ενταύθα είναι η της ευκόλου και ταχείας συγκοινωνίας δι’ ατμοπλοίου, σιδηροδρόμου ή αμαξιτού, εξ ου δυσχερής αποβαίνει η τε εμπορική και κοινωνική κίνησις, ιδία κατά το φθινόπωρον και χειμώνα, ότε η ιστιοπλοΐα διατελεί υπό τας ιδιοτροπίας του καιρού. Εν τούτοις κατά την εβδομαδιαίαν της πόλεως αγοράν συρρέουσι πολλαχόθεν, ιδία εκ των ορεινών περιχώρων της Πιερίας και της επαρχίας Ελασσώνος, χωρικοί και έμποροι προς ποικίλας συναλλαγάς».

Την ταχύτατη εξέλιξη και ανάπτυξη, σε σχέση με τις προηγούμενες δύο δεκαετίες επιβεβαιώνει και η μαρτυρία του μητροπολίτη Παρθενίου Βαρδάκα, ο οποίος υποστηρίζει ότι η πόλη «εντός του δεκαπενταετούς [...] διαστήματος της αρχιερατείας ημών εδιπλασιάσθη σχεδόν εις οικοδομάς». Είναι η χρονιά κατά την οποία δόθηκε στη λειτουργία το καλλιμάρμαρο διδακτήριο, όπου στεγάστηκε αρχικά η Αστική Σχολή Αικατερίνης και στη συνέχεια το Α΄ Δημοτικό Σχολείο. Κατά την έκθεση Σάρρου από τους 297 μαθητές της Αστικής Σχολής Αικατερίνης κατά το σχολικό έτος 1905-1906 οι 211 είχαν μητρική γλώσσα τη βλάχικη.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν στο Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας (ΙΑΜ, ΓΔΜ, Φάκελος 44, σ. 21) στο σχολικό έτος 1908/1909 καταγράφονται στην Κατερίνη 450 χριστιανικές οικογένειες (2250 ψυχές) και 300 οικογένειες Τούρκων (1500 ψυχές). 

Με την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό το 1912 ιδρύεται η Γενική Διοίκηση Μακεδονίας (Νόμος ΔΡΛΔ 28.2.1913, ΦΕΚ 41) με έδρα τη Θεσσαλονίκη, που είχε σκοπό την ένταξη και οργάνωση των απελευθερωμένων περιοχών της Μακεδονίας στο ελλαδικό κράτος. Η Πιερία ήταν επαρχία με τον διοικητικό τίτλο «Υποδιοίκησης Κατερίνης» και υπαγόταν στο Νομό Θεσσαλονίκης (Νόμος 524/24.12.1914, ΦΕΚ 404).

Αμέσως μετά την απελευθέρωση της πόλης διορίζεται στην Κατερίνη Κυβερνητικός Επίτροπος ο Κ. Δαραλέξης, Γραμματέας πρώτης τάξεως του Υπουργείου Εσωτερικών. Ο Επίτροπος στις αρχές Νοεμβρίου έστειλε στην ελληνική Κυβέρνηση την πρώτη λεπτομερή διοικητική έκθεση, στην οποία διαβάζουμε: «Οι κάτοικοί της το μεν θέρος είναι 5.000, τον δε χειμώνα φτάνουν τις 7.000 έως 9.000, λόγω της συγκεντρώσεως βλαχοφώνων κατοίκων από το Λιβάδι (Βλαχολίβαδο), Σαρακατσαναίων και Αρβανιτόβλαχων, που κατεβαίνουν για διαχείμαση από την Κορυτσά, την Καστοριά και το Σέλι Βεροίας. Η Αικατερίνη έχει επίσης Διοικητήριο ξύλινο, στρατώνα λιθόκτιστο, τζαμί, δύο σχολεία αρρένων, δύο εκκλησίες και υδρόμυλους».

Τέλος, έναν χρόνο μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας, σε σχετικό πίνακα του πληθυσμού της υποδιοικήσεως Κατερίνης (16 Αυγούστου 1913), οι κάτοικοι της πόλης έχουν ως εξής: Έλληνες ορθόδοξοι 1.695 άρρενες και 1.613 θήλεις, σύνολο 3.308. Μουσουλμάνοι άρρενες 879 και 901 θήλεις, σύνολο 1.780. Ο συνολικός αριθμός της πόλης που κατοικούσε σε 1.000 οικίες ανέρχεται σε 5.088 κατοίκους.

Bookmaker with best odds http://wbetting.co.uk review site.