Menu

Λαϊκός λόγος, αρχαία παράδοση και σύγχρονο θέατρο

Προλεγόμενα για την παράσταση «Όταν ο Πάνας συνάντησε τον Μορφέα» (Θέατρο Πήγασος, Αρχαιολογικό Πάρκο Λειβήθρων, 19-20-21.8.2017)

του Αντώνη Κάλφα

Στην εποχή του ο σπουδαίος φιλόλογος Γιάννης Αποστολάκης επέμενε να υπογραμμίζει τη σημασία που είχε το εγχείρημα του λαογράφου Νικόλαου Πολίτη αφού ο καθένας αντιλαμβάνεται «πως το μάζωμα των σημερινών εθίμων κ.τ.λ. και η παραβολή τους με τ’ αρχαία ήτανε πραγματικός λυτρωμός από τα πρασινισμένα και στεκούμενα νερά του Αττικισμού· γιατί και μόνο αυτά να γίνουνταν χρειαζότανε να δουλέψη το μυαλό περισσότερο και ο άνθρωπος να πέση κάπως σε σκέψη για τη ζωή του— πράμα σπανιώτατο για τους φιλολόγους της εποχής· αυτοί ήξεραν μονάχα ν’ ανοίγουν και να κλείνουν τα λεξικά» (Τα δημοτικά τραγούδια, 1929).

Σήμερα, βεβαίως, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά: όχι μόνο ο λαϊκός λόγος βρήκε τον πραγματικό του ρόλο χάρη στη σύγχρονη αφηγηματολογία αλλά και πολλές σύγχρονες παραστάσεις αρχαίου δράματος θα χρησιμοποιήσουν λαϊκές τελετουργίες λύνοντας παραστασιακά προβλήματα της αρχαίας τραγωδίας μέσα από την αισθητική της λαϊκής μας παράδοσης (το έκανε με επιτυχία ο Κώστας Τσιάνος με το Θεσσαλικό Θέατρο στις «Χοηφόρες» του Αισχύλου το 2009). Κι αυτό γιατί «τα στοιχεία που συνθέτουν τις ‘Χοηφόρες’ τα συναντάμε σε πολλές παραλογές της Δημοτικής μας ποίησης, σε λαϊκά παραμύθια, σε μοιρολόγια, στους επιτάφιους θρήνους, στο ανακάλεμα των ψυχών, στους εξαγνισμούς και σε άλλες μορφές της Λαϊκής και θρησκευτικής μας έκφρασης... Υπάρχουν μέχρι σήμερα λαϊκοί χοροί και δρώμενα που διατηρούν έντονα τον τελετουργικό και μαγικο-θρησκευτικό τους χαρακτήρα. Η συναισθηματική συμπύκνωση, η συμμετρία, η λιτότητα, η αυστηρή καθαρή γραμμή, είναι χαρακτηριστικά των λαϊκών μας χορών που βρίσκουν συγκλονιστική αντιστοιχία με τις αρχές του αρχαίου θεάτρου» (από το πρόγραμμα της παράστασης).

Στην παράσταση «Όταν ο Πάνας συνάντησε τον Μορφέα» ο σκηνοθέτης Χάρης Αμανατίδης στηρίζεται σε μια ωραία ιδέα και την αξιοποιεί με νεωτερικό τρόπο αλλά και με πολλή αγάπη για τις παραδόσεις του κόσμου. Δανείζεται την αρχαία παράδοση (ο προστάτης των γεωργών, κτηνοτρόφων, αλιέων, κυνηγών αλλά και δεινός φιλόχορος εραστής Πάνας συναντά τον  Μορφέα και τον Όνειρο) και την εμπλουτίζει με μυθολογικές αφηγήσεις, λαϊκά παραμύθια (Πανούκλα, Δράκος, Γριά, Γιος του Φεγγαριού, Γιος του Ήλιου, Αλλοίμονος, Βασιλοπούλα) και λαϊκή μουσική (η κεφάτη Νατάσα Ιωαννίδου συνέδεσε αρμονικά ωραίες μουσικές του κόσμου). Ο λόγος των παραμυθιών είναι απλός, ευφάνταστος, γεμάτος ανατροπές,μοχθηρούς γίγαντες, ωραίες κοπέλες και τολμηρούς άντρες. Καθώς ο Πάνας αφηγείται συνεπαρμένος τις ιστορίες του αρχίζει να παίρνει τη μορφή των ηρώων των παραμυθιών του, πράγμα που γοητεύει τον Μορφέα.

Η παράσταση είναι βασισμένη σε ιστορίες–παραμύθια, παλαιότερα και νεότερα, που συμβολοποιούν και μεταφράζουν σε εικόνες τούς καλά κρυμμένους φόβους, τις αγωνίες, τα όνειρα και τις απωθημένες επιθυμίες του ανθρώπου κάθε εποχής (πλούτος, φτώχεια, παντρολογήματα, περιπέτειες, αναζήτηση του έρωτα). Γιατί όμως όλα αυτά; Σύμφωνα με τα λόγια του Όνειρου που ακούγονται στην παράσταση, παραμυθία και λόγος μας βοηθούν να κατοικήσουμε και να κατανοήσουμε καλύτερα τον δικό μας κόσμο: «Γιατί αυτά που έρχονται δεν λέγονται ανάλαφρα, θέλουνε παραμύθια για να καρφωθούν στη μνήμη μας, θέλουνε άτρωτους ήρωες και φωτιές γιγάντιες  να κατευνάσουν τον πόθο και την αγάπη μας για τη Γαία και τα πράγματα του κόσμου. Αγαπώ τη φιλότητα, την ημέρα και  τη νύχτα—αδέλφια μου υπήρξανε άλλωστε. Θέλω οι άνθρωποι να ζούνε τον βροτό βίο τους με λαμπάδες, πυρσούς και γλέντια. Να μην ξεχνάνε όμως και τους κυνηγημένους, τους ντροπαλούς ερωτιδείς και τους πρόσφυγες από την Τροία και τα μέρη της κοντινής Ασίας. Να μην ξεχνούν τον θάνατο και τον χάρο (κι αυτοί δικά μου αδέλφια ήτανε, μην το ξεχνάτε), να μη λυπούνται να πλέκουνε ποτάμια και λίμνες και κατεβασιές νερού γιατί μ΄ αυτά θα παλέψουμε, αν το θελήσουν οι θεοί, τις μπαμπεσιές του χρόνου».

Το έργο, όπως είπαμε, δομείται πάνω στον λαϊκό λόγο αλλά και στην εικονοποιία της πλούσιας εικαστικής παράδοσης—ελληνικής και ευρωπαϊκής—αφού ο Μορφέας φερ’  ειπέιν μας παρουσιάζεται μέσα από την ρομαντική ζωγραφική κληρονομιά και μεταγλωττίζει τις εικόνες του όπως αυτές έφτασαν στην εποχή μας. Λέει για παράδειγμα: «Στην αγκαλιά μου έχουνε κοιμηθεί χιλιάδες και το φχαριστηθήκανε, θυμάμαι την Αριάδνη όταν στα χέρια μου ανάμεσα την αντίκρυσε ο Διόνυσος, μάρτυρές μου ο Σάτυρος κι ο Σειληνός. Άλλοτε μ’ αρέσει να κρατάω παπαρούνες (συνήθως μου τις προσφέρει η Νύχτα) ή να μεταφέρω στα γρήγορα μηνύματα που αλλιώς θα ήταν αδύνατο να φτάσουνε στην ώρα τους. Θυμάσαι όταν με έστειλε η Ίριδα να πω στην άσπιλη Αλκυόνη για τον πνιγμό του  ευτυχισμένου Κύηκα; Τι συμφορά για το κορίτσι, τι κεραμίδα της ήλθε στο κεφάλι, τι κοπετός και άγριος θρήνος μέσα στο καταχείμωνο, από τη λύπη της που έχασε τον λατρεμένο σύζυγό της πήγε και πνίγηκε μέσα στη θάλασσα (έκτοτε, μόνο οι αλκυονίδες μέρες διώχνουνε κάπως τον πόνο). […] Άλλοτε πάλι βρίσκομαι με τον Ενδυμίωνα, πανέμορφο παιδί, κι έρχεται η Άρτεμις όλη χαρά και μας αγκαλιάζει (αν δεν πιστεύετε κάντε μια βόλτα στο Βρεταννικό Μουσείο ή στο Λούβρο όπου με δείχνουνε περήφανοι οι άρπαγες αρχαιολόγοι).  »

Επιλογικά: στο εκτενές παραμύθι «Τα χρυσά κλαδιά» το οποίο ζωντανεύουν με κέφι και έμπνευση τα ικανά μέλη του Θεάτρου Πήγασος, άνθρωποι και ζώα είναι φίλοι, συζητούν, δίνουν και παίρνουν βοήθεια, γίνονται με τους ξένους αδέρφια αφού υπηρετούν έναν κοινό σκοπό, παρηγοριούνται με ιστορίες για να ξεχάσουν τον πόνο τους, μαθαίνουν γραφή και ανάγνωση για να κάνουν μαγείες (να επεμβαίνουν δηλαδή στην ανθρώπινη μοίρα), μεταμορφώνονται όταν χρειαστεί, αγαπούν το καλό και την ομορφιά στον ασύνορο κόσμο, επιβάλουν τη δικαιοσύνη και την ισορροπία όταν αυτή καταργείται. Ο κόσμος τους είναι και ο δικός μας κόσμος όπως και οι αφηγήσεις και τα κατορθώματα του τραγοπόδαρου Πάνα, τα μοτίβα τους είναι και δικά μας μοτίβα: στα «Χρυσά κλαδιά» των αγροτικών κοινωνιών η ιστορία ξεκινά από την επιθυμία του νεαρού γιου να βρει νερό να ξεδιψάσει. Στη δική μας μετανεωτερική εποχή το νερό είναι περισσότερο από ποτέ απαραίτητο. Και μεταφορικά: «Μην αμελήσετε./ Πάρτε μαζί σας νερό./ Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία» όπως θα ‘λεγε κι ο ποιητής του εμβληματικού «Κατά Σαδδουκαίων» (1953), μόνιμος κάτοικος πλέον της δροσερής χώρας του ύπνου Μιχάλης Κατσαρός.

Bookmaker with best odds http://wbetting.co.uk review site.