Menu

Η σύγχρονη λογοτεχνική σκηνή των Τρικάλων: 11+1 συγγραφείς

Προλεγόμενα-επιλογή κειμένων-επιμέλεια: Αντώνης Κάλφας

Όταν κυκλοφόρησε στα Τρίκαλα, στις 15 Νοεμβρίου 1930, το πρώτο τεύχος του βραχύβιου περιοδικού «Επαρχία» (άντεξε επί 13 τεύχη), ο ταλαντούχος ιδρυτής του Νίκος Παππάς, υπογράφοντας με ένα «Π» κεφαλαίο, λέει χαρακτηριστικά: «Το περιοδικό μας είναι συστηματική εκδήλωση της παραμελημένης επαρχίας, που ξεκίνησε από τον πόνο και την αγανάχτηση λίγων ανθρώπων, που ένοιωθαν σαν παράπονο την εγκατάλειψη του τόπου μας και που θέτει τα όρια της φιλοδοξίας του ως τη γενική ανάνηψη και συστηματοποίηση της επαρχίας».

Έκτοτε, βεβαίως, άλλαξαν πολλά σε όλα τα επίπεδα (ολική ανάνηψη πάντως δεν παρατηρείται) ενώ το πολιτισμικό τοπίο των τρικαλινών γραμμάτων αλλά και της νεοελληνικής περιφέρειας εν γένει βελτιώθηκε αισθητά: σήμερα ζουν, εργάζονται και δαπανούν τον βίο τους στις γενέθλιες πόλεις δεκάδες λογοτεχνικοί δημιουργοί, πολλοί από τους οποίους κατέχουν δεσπόζουσα θέση στο λογοτεχνικό πεδίο. Ένας πρόχειρος κατάλογος θα μας έδινε ονόματα και τόπους όπως  είναι η Μαρούλα Κλιάφα, ο Ηλίας Κεφάλας και η Τούλα Τίγκα (Τρίκαλα), ο Κοσμάς Χαρπαντίδης και ο Διαμαντής Αξιώτης (Καβάλα), ο Κώστας Ακρίβος (Βόλος), ο Γιάννης Καισαρίδης (Βέροια), ο Βασίλης Παπάς και ο Σάκης Τότλης (Έδεσσα), ο Βασίλης Καραγιάννης (Κοζάνη), ο Γιάννης Μακριδάκης (Χίος), ο Ηλίας Παπαμόσχος (Καστοριά), ο Βασίλης Τσιαμπούσης και ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου (Δράμα)—για να μιλήσω μόνο για το έργο συγγραφέων που γνωρίζω και εκτιμώ.

Όταν, λοιπόν, ο Νίκος Παπάς θα εγκαταλείψει την πόλη του για να εγκατασταθεί στην Αθήνα, εκεί, γύρω στα 1940, γεννιέται μία δεσπόζουσα μορφή των μεταπολιτευτικών τρικαλινών γραμμάτων, η Μαρούλα Κλιάφα. Η Μαρούλα Κλιάφα διαθέτει πλουσιότατο έργο (λογοτεχνία, φωτογραφία, τοπική ιστορία και λαογραφία της Θεσσαλίας, λευκώματα, ανθολογίες λαϊκού λόγου) ενώ, όπως σημειώνει η έγκυρη κριτική, ανανέωσε την παιδική λογοτεχνία σε ύφος και θέματα. Το κείμενο που αναδημοσιεύουμε στο παρόν αφιέρωμα με τίτλο «Αρετούλα» είναι ένα θαυμάσιο δείγμα του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζει τα θέματά της η Κλιάφα: εξ αφορμής μιας φωτογραφίες του Δημήτρη Λέτσιου (τώρα στο λεύκωμα «Γυναίκες της γης», Κέδρος 1994) η συγγραφέας γήινη, με απαράμιλλη ευαισθησία, κριτική ματιά αλλά και βαθιά γνώση του γυναικείου λόγου ανασυγκροτεί την προσωπικότητα και το ανθρωπολογικό ύφος μιας εποχής— πολύ πριν γίνει του συρμού ο όρος «έμφυλες ταυτότητες».

Η Τούλα Τίγκα (1944) έχει γράψει μέχρι σήμερα δώδεκα   βιβλία για έφηβους και ενήλικες αναγνώστες πολλά από τα οποία είναι βραβευμένα  ή βρίσκονται σε σχολικές ανθολογίες («Οδός Γραβιάς», «Η εποχή των υακίνθων», «Η βοή των υδάτων», «Τα πουλιά στο χιόνι», «Τα χρόνια τρέχοντας»  κ.ά.). Τα θέματά της διακρίνονται για τον σύγχρονο προβληματισμό τους, τον ουμανιστικό προσανατολισμό καθώς και για τον αυτοβιογραφικό τους χαρακτήρα ενώ η γραφή της διαθέτει διεισδυτική ματιά, ρέοντα λόγο, ποιητική υφή, καθαρότητα στις εικόνες και στις περιγραφές. Το ανέκδοτο κείμενό της με τίτλο «Γυναίκες…» γραμμένο με απλότητα, γνώση και ειλικρίνεια προέκυψε «μέσα από ένα  ατελείωτο κουβεντολόι με τον εαυτό μου καθώς έγραφα   το μυθιστόρημα  ‘Ballade Des Dames’, το δωδέκατο στη σειρά,  ένα μυθιστόρημα  για πέντε   γυναίκες και τους   άντρες  της ζωής τους που περιμένει στο συρτάρι μου μέχρι να εκδοθεί   και με τίτλο δανεικό από ένα ποίημα  του Φρανσουά Βιγιόν».  

Η Ραλλού Γιανουσσοπούλου άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα και αφηγήματα μετά το 2000. Διαθέτει άνεση στη γραφή και μια εικονοποιία σύγχρονη, ικανή να μεταδώσει στον αναγνώστη της φρέσκες εικόνες παρμένες από την καθημερινή πραγματικότητα: «Ω! εσείς πόδια μου του Μπολτ/ παιδιά πριν τερματίσω και να κόψω/ το νήμα. Ω! εσείς πόδια φτερωτά/Πριν ακούσω το ζήτω – το μπράβο, το ολέ! / Το χειροκρότημα. Ω! εσείς πόδια μου/ πουλιά μ’ αφήσατε να πέσω στην παγίδα.». Ποιητικά κείμενα επίσης μετά το 2000 αρχίζει να δημοσιεύει και η Λιλή Ντίνα (1949). Λόγος κριτικός, κοφτός, εναντιώνεται στην απουσία του ονείρου από τον σύγχρονο κόσμο (« Κοιτάζω βιτρίνες λέξεων/ Τις βρίσκω ντεμοντέ»). Παράλληλα συμπάσχει για όσα συμβαίνουν γύρω της, την ενδιαφέρει και ο ανέστιος άλλος όπως στο ποίημα «Στιγμιότυπα διαρκείας»: «-Έχεις άλλη για την έκθεση φωτογραφίας; Ο μετανάστης  είναι συνηθισμένο θέμα.  / Τον είχα απαθανατίσει, όπως κρατούσε το μωρό που πλάνταζε στο κλάμα και με το άλλο χέρι του σηκωμένο, να παραδίδεται στον αστυνομικό/ Έφυγα, αφήνοντας το τσιγάρο να καίει τη μοίρα του/ Σαν τη δική τους σκέφτηκα…»

Ο Ηλίας Κεφάλας, ποιητής της γενιάς του 1970  και κριτικός ευαίσθητος των τεχνών, μας έχει συνηθίσει ίσαμε σήμερα σε κείμενα μεγάλης ευαισθησίας, ποιητικής και καλλιτεχνικής, αφού συνομιλεί και τακτοποιεί υπεύθυνα την κριτική παραγωγή με την βαθιά κατανόηση των ανθρωπίνων. Παράλληλα, η αγάπη του για το καθημερινό και το οικείο ενισχύεται—ήδη από τα πρώτα λογοτεχνικά του σχεδιάσματα—και από το μεράκι και το ενδιαφέρον για τη νεοελληνική παράδοση, την ανίχνευση της επικράτειας της ενδοχώρας, πράξη που ενίοτε παίρνει τη χροιά μιας αρκαδικής επιστροφής στα ουσιώδη στοιχεία του γενέθλιου χώρου: το νερό, το χώμα, τα δέντρα, τα τοπία των βιωμένων εμπειριών και της μνήμης αποτελούν την πρώτη ύλη τόσο της ποίησής του όσο και της ποιητικής του. Πριν από χρόνια, στην κριτική μου για το τρυφερό Χιόνι στα όνειρα είχα υποστηρίξει πως το βιβλίο εκείνο υπήρξε, για τον γράφοντα, ένα τεκμήριο της πορείας ενός πατριδολάτρη φίλου που εγκαταβιώνει στα ευεργετικά νερά εκείνης της επαρχίας, το όνομα της οποίας είναι ποιητικός ουμανισμός. Και όντως η κρίση αυτή επιβεβαιώνεται και πάλι αφού στη σειρά των ανέκδοτων ποιημάτων του παρόντος τεύχους γράφει ο Ηλίας Κεφάλας πως υπάρχουν «Καὶ ποιήματα γιὰ νὰ γέρνεις πάνω τους/ Καὶ ν᾽ ἀκουμπᾶς ἐκεῖ/  

Τὴν κουρασμένη σου ζωὴ».

Ο Αγαθοκλής Αζέλης (1963) έχει τυπώσει μέχρι σήμερα τρεις ποιητικές συλλογές ενώ ασχολείται συστηματικά με τη μελέτη της ιστορίας και την ιστορική έρευνα (το βιβλίο του «Τύπος και κρίση. Οι αντιπαραθέσεις για πολιτική κρίση και μεταρρυθμίσεις στον ελληνικό Τύπο από την ήττα του 1897 έως το κίνημα του 1909 στο Γουδί» εκδόθηκε το 2014).  Ευαίσθητος παρατηρητής του κοινωνικού βίου παρακολουθεί με θλίψη και αγανάκτηση τον παρατημένο και αφημένο στο μικροαστικό εγώ του συνάνθρωπο ο οποίος αδυνατεί να επικοινωνήσει ουσιαστικά αφού το ιδανικό του είναι η καταναλωτική, τηλεοπτική συγκίνηση. Δείγματος χάριν το ωραίο ποίημα «Συμπάσχοντες»: «Η ευαισθησία μας πλημμυρίζει τα δίκτυα/  Η συγκίνησή μας νοτίζει τις οθόνες αφής/ Γενικώς θυσιάζουμε τον ελεύθερο χρόνο μας/ Σε καφετέριες, κομμωτήρια, καναπέδες καθιστικού/ Οι πιο ελεύθεροι μοιράζοντας μια δημοσίευση/ Οι πολυάσχολοι πατώντας ένα λάικ/ Στο βάθος ευτυχείς που μένουμε στην ενδοχώρα/ Που δεν ξεβράζονται σοροί εδώ μπροστά μας».

Ο πεζογράφος Αλέξανδρος Βαναργιώτης (1966) δημοσίευσε μέχρι σήμερα τις συλλογές διηγημάτων «Διηγήματα για το τέλος της μέρας» (Εκδόσεις Λογείον, Τρίκαλα, 2009) και «Η θεωρία των χαρταετών» (Εκδ. Παράξενες Μέρες, Αθήνα, 2014). Τα διηγήματά του απηχούν τον κόσμο των μικρών πραγμάτων, οι ήρωές του είναι απλοί καθημερινοί άνθρωποι, η οπτική του κάποτε λοξή, κάποτε οξεία αναδεικνύει με απλότητα τα θέματά του στην πεζογραφική παράδοση του Γιώργου Ιωάννου ή του δραμινού Βασίλη Τσιαμπούση.  Όπως σωστά επεσήμανε ο καλός φιλόλογος Δημήτρης Κόκορης για τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων του: «Τα αφηγήματα θεμελιώνονται σε γλώσσα απλή και καλοδουλεμένη, απόρροια της στέρεας φιλολογικής σκευής του δημιουργού. Βιωματικός ρεαλισμός, δραματοποιημένος αφηγητής, σποραδικό μπόλιασμα της γραφής με ποικίλους συνειρμούς και ονειρογενή στοιχεία, ύφος κουβεντιαστό, που εκδιώκει κάθε ίχνος λογοτεχνικής πόζας. Συγκινησιακώς δραστικά αφηγήματα μικρής φόρμας, τα οποία συνεχίζουν το δρόμο, που πρώτος χάραξε, ο Γιώργος Ιωάννου».

Η Γεωργία Κολοβελώνη (1970) εμφανίστηκε στα γράμματα με την ιδιαιτέρως λυρική ποιητική συλλογή «Ιστορίες με λυπημένη αρχή» (Νέος Αστρολάβος/Ευθύνη, 2012).  Στα 36 ποιήματα της συλλογής με το σεφερικό μότο  και επιπλέον δύο υπότιτλες αναφορές στους επίσης λυρικούς Ηλία Κεφάλα και Τάσο Λειβαδίτη, κυρίαρχος είναι ο ελεγειακός τόνος, η μνήμη ενός βασανισμένου και ανολοκλήρωτου έρωτα.  Στη δεύτερη ποιητική συλλογή με τον ευφάνταστο τίτλο «Μελάνι στον ουρανίσκο» η φωνή της ωριμάζει: ο πληγωμένος εαυτός δεν είναι πια το μονίμως ερωτευμένο εγώ ούτε ακούμε ηχηρή τη φωνή της ερωτικής απελπισίας. Τα αισθήματα γίνονται φιλοσοφικότερα, υπαρξιακότερα (το αναπόφευκτο του θανάτου αίφνης θεματοποιείται επιτατικά) ενώ φαίνεται να κυριαρχεί η δυσπιστία απέναντι στους άλλους αλλά και απέναντι στην ομιλούσα φωνή της. Στα νέα ποιήματά της, όπως στο ωραιότατο ποίημα «Επαρχία», υπάρχουν και κάποιοι εξπρεσιονιστικοί στίχοι που πολύ θα άρεζαν στον Μίλτο Σαχτούρη: «είναι μια επαρχία/ που αγαπάει το κίτρινο/ φυτρώνουν ήλιοι στους δρόμους της/ στρογγυλές κοιλιές τα κεφάλια τους/ γεννάνε μάτια […] ο φόβος κίτρινη γύρη/ αιωρείται στο σκοτάδι/ κανένας δεν τολμάει/ να ανάψει το φως».

Η Παρασκευή  Αλέξη γεννήθηκε στην  Δεσκάτη Γρεβενών το 1972, αλλά εδώ και χρόνια ζει και εργάζεται στα Τρίκαλα. Η πρώτη της ποιητική συλλογή  «Τάξη ονείρων» (Εκδόσεις Αστρολάβος/ Ευθύνη) κυκλοφόρησε το 2012.  Στα ποιήματά της (και κυρίως στην παρούσα ολοκληρωμένη ενότητα) αυτό που κυριαρχεί είναι ο φόβος και οι συνυποδηλώσεις του: είτε ορίζεται ρητά είτε όχι ο ιδιωτικός χώρος τής Αλέξη φαίνεται να ασθμαίνει, να πολιορκείται από συνεχείς καθημερινές δυσανεξίες. Η βροχή αίφνης δεν είναι ευεργετική (όπως στον Κεφάλα για παράδειγμα) αλλά μια «μαύρη βλοσυρή βροχή»,  αυτό που αναζητείται είναι ένα άπιαστο ιδανικό σε ένα ρευστό σύμπαν, ενώ το αφηγηματικό εγώ πεινά, κρυώνει, φοβάται. Γράφει για παράδειγμα στο ποίημα «σχέδιο διαφυγής»: «Μα ο φόβος που με γνωρίζει / Και με φωνάζει με το όνομά μου/ Κούμπωσε και στοίχειωσε μες στη ντουλάπα/ Τρέμω στην ιδέα να την ανοίξω να πάρω το παλτό μου».

Οι γενεαλογικά νεώτερες ποιήτριες Ελένη Αλεξίου (γεννήθηκε στα Τρίκαλα το 1980) και Βάσω Χριστοδούλου (1982) ολοκληρώνουν την περιδιάβασή μας στο λογοτεχνικό τρικαλινό τοπίο. Η Αλεξίου έχει εκδώσει δύο βιβλία ποίησης, «Το Φλας» (λογείον, 2009) και «Ποιήματα που γράψαμε μαζί» (Μελάνι, 2015). Η δεύτερη ωριμότερη συλλογή της διακρίνεται από την κυριαρχία του σώματος και έναν έμφυλο διεκδικητικό λόγο. Χρησιμοποιώντας τις λέξεις με αμεσότητα, χωρίς γλυκασμούς και περιττές φιοριτούρες καρφώνει τα θέματά της με στίχους σαν πρόκες. Στα ποιήματά της εδώ επαναλαμβάνει την τεχνική της με μοντέρνα άνεση και ρηξικέλευθη επιθυμία: «Μαύρο ζεστό στα τσιμεντόλιθα / Σπαράζει το χιόνι καθώς/ Οι ρίζες των κυπαρισσιών σπάζουν/ Τον τοίχο του κοιμητηρίου» («Χιόνι»).

Η Βάσω Χριστοδούλου έχει δημοσιεύσει μέχρι σήμερα την ποιητική συλλογή «60 αποχρώσεις του μαύρου σε φόντο λευκό» (Εκδόσεις Λογείον, 2012). Πρόκειται για ποιήματα που αποζητούν τη δικαιοσύνη στο σπαραγμένο σώμα τού σήμερα, ανάμεσα σε απώλειες και τριγμούς («Θα σε διπλώσω, να σε πάρω μαζί μου» γράφει σε ένα ποίημά της). Η ίδια αίσθηση της απώλειας και της αναζήτησης και στα καινούρια ποιήματά της: «Τι άχαρος χρόνος ο αόριστος…/ Για μια πράξη που έγινε παλιά, στο  παρελθόν / κι είχε μικρή διάρκεια» («Ο αόριστος»).

Ο Γιάννης Πλεξίδας (1972) περιλαμβάνεται στο παρόν αφιέρωμα ως εκπρόσωπος όχι της λογοτεχνικής σκηνής της πόλης του αλλά ως δοκιμιογράφος (το δοκίμιο είναι ξεχωριστό είδος λόγου που πολλά χρωστάει ωστόσο και στην ίδια την αφηγηματική γραφή). Με σπουδές Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Θεολογίας ασχολείται επισταμένως με τη βυζαντινή φιλοσοφία, τη φιλοσοφική και χριστιανική ανθρωπολογία όπως επίσης με την εκδοτική πρακτική (οι τρικαλινές εκδόσεις με τον ωραίο τίτλο «Λογείον» δημιουργήθηκαν το 2009 από τον ίδιο και διαθέτουν μερικούς σπουδαίους τίτλους που εμπλουτίζουν την ελληνική βιβλιογραφία).  Ο τρόπος γραφής του διαθέτει, πέρα από την βαθιά γνώση του αντικειμένου, και ένα προσωπικό ύφος με στοιχεία ρητορικής και λογοτεχνικής χάρης (παρηχήσεις, λεκτικά παίγνια όπως σχέσης/σχάσης κλπ) όπως φαίνεται και στο απόσπασμα που ακολουθεί: «Τό σῶμα, τελικά, εἶναι ὁ τόπος τῆς ἀγαπητικῆς παρεύρεσης, ἀλλά καί τῆς ὑπαρκτικῆς ἀποστασιοποίησης, εἶναι ἡ πραγμάτωση τῆς σχέσης καί τῆς σχάσης» («Περί σώματος»).

Υστερόγραφο: Η απόπειρα σύνθεσης του σύγχρονου τρικαλινού λογοτεχνικού τοπίου—12 συγγραφείς που εξέδωσαν 100 περίπου βιβλία εκ των οποίων τα 70 ανήκουν στους μείζονες τρικαλινούς Μαρούλα Κλιάφα, Ηλία Κεφάλα και Τούλα Τίγκα— δεν θα είχε πραγματοποιηθεί χωρίς την συμπαράσταση των ίδιων των συγγραφέων που μου εμπιστεύθηκαν τα κείμενά τους. Τους ευχαριστώ θερμότατα και από τη θέση αυτή. Όπως ευχαριστώ επίσης από καρδιάς τον φίλο Ηλία Κεφάλα, συνοδοιπόρο και λυρικό υπερασπιστή της ποιητικής ουσίας εδώ και υπερτριάκοντα χρόνια—για τη βοήθεια και τη συμπαράστασή του. Εννοείται πως οι όποιες παραλείψεις βαρύνουν τον υπογράφοντα

Bookmaker with best odds http://wbetting.co.uk review site.