Menu

Η παρουσία της Κατερίνης στο δεύτερο Συμπόσιο Λογοτεχνίας της Κοζάνης

Στο θαυμάσιο συμπόσιο λογοτεχνίας που έγινε για δεύτερη χρονιά στην Κοζάνη συμμετείχαν από την Κατερίνη ο υπογραφόμενος (παρουσίαση δύο εκλεκτών ποιητριών από τον μακεδονικό χώρο) και ο Φοίβος Τσικλιάς.

Η συμβολή του νεαρού νεοελληνιστή αφορούσε την εικόνα του Παρισιού στο έργο του σπουδαίου πεζογράφου Βασίλη Βασιλικού. Η εργασία άρεσε στον Βασιλικό και πρότεινε στον Τσικλιά να μεταφράσει άμεσα την μεταπτυχιακή γαλλόγλωσση μελέτη του και στα ελληνικά ώστε να εκδοθεί—ελάχιστος φόρος τιμής, νομίζω, σε έναν μείζονα λογοτέχνη της σύγχρονης λογοτεχνίας μας. Παραθέτω το περιληπτικό κείμενο που διαβάστηκε στο συμπόσιο και απέσπασε τα θετικά σχόλια πανεπιστημιακών, φίλων της καλής λογοτεχνίας και λοιπούς επαρκείς συμπολίτες μας—φανατικούς για γράμματα.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΦΑΣ

Φοίβος Τσικλιάς

«Τα Παρίσια του Βασίλη Βασιλικού: τόποι εν κινήσει»

Ο θεματικός προβληματισμός από τον οποίον αρδεύει η μελέτη μας στρέφεται γύρω από την κατασκευή λογοτεχνικών πόλεων στο πλαίσιο έργων της αστικής λογοτεχνίας. Γύρω δηλαδή από το πώς ο συγγραφέας οργανώνει την αναπαράσταση μίας συγκεκριμένης και υπαρκτής πόλης στο έργο του, ποια στοιχεία της αξιοποιεί και πώς τα νοηματοδοτεί (ή πολλές φορές τα επανανοηματοδοτεί), και γύρω από το πώς, εν τέλει, μέσα από αυτή τη διαδικασία, δομείται μία νέα πόλη, η λογοτεχνική πόλη.

Βασικό στοιχείο στη μελέτη μας αποτελεί η εξέταση των τόπων της πραγματικής πόλης οι οποίοι εμφανίζονται στο έργο. Ο εντοπισμός των τόπων στο κείμενο και η αντιπαραβολή τους με τους πραγματικούς τόπους συμβάλει αφενός στην επαλήθευση της κειμενικής πόλης, αφετέρου στην κατασκευή της εικόνας της λογοτεχνικής πόλης.

Κυρίαρχο ρόλο στη μελέτη μας διαδραματίζουν τα τοπόσημα. Οι τόποι αυτοί που «σημαίνουν» την πόλη, και οι οποίοι λειτουργούν ως αποδεικτικά αληθοφάνειας της πόλης μέσα στο κείμενο. Πρόκειται προφανώς για το ονομαστικό τέχνασμα, ένα από τα effets de réel, την πασίγνωστη αυτή τεχνική της ρεαλιστικής γραφής, που πιστοποιεί την αληθοφάνεια του κειμένου, κάνοντας επαληθεύσιμα όσα ο συγγραφέας παρουσιάζει.

Γιατί όμως αξίζει να μελετηθεί ένα τοπόσημο, εφόσον έχει μία δεδομένη σημασία και μία δεδομένη λειτουργικότητα; Γιατί αξίζει να μελετήσουμε, λόγου χάρη, την αίθουσα προβολών ενός παρισινού σινεμά, εφόσον γνωρίζουμε ότι μία τέτοια αίθουσα λειτουργεί πάντα ως χώρος έκθεσης κινηματογραφικών έργων και πιθανά τόπος συνάντησης;

Η μελέτη της λειτουργικότητας των χώρων και των τόπων είναι βασικό στοιχείο αυτής της έρευνας, καθώς ο συγγραφέας συχνά τους αποδίδει μία σημασία διαφορετική από την «παραδοσιακή» τους. Παίρνει λοιπόν έναν υπαρκτό χώρο, τον ανακατασκευάζει, τον επανανοηματοδοτεί, και τον παρουσιάζει υπό τη νέα του μορφή στο κείμενο.

Με αυτόν τον τρόπο, η προβολή μιας σειράς ταινιών μικρού μήκους σε μία απλή αίθουσα σινεμά, μπορεί να μετατραπεί σε πολύ περισσότερα. Η αίθουσα μπορεί να μετατραπεί σε χώρο πολιτικής στράτευσης και αντίστασης, ιδωμένη μέσα από τα μάτια των Γάλλων πολιτών που θέλουν να δηλώσουν την αντίθεσή τους στη δικτατορία των συνταγματαρχών. Την ίδια ώρα, μετατρέπεται σε τόπο νοσταλγίας για τον Έλληνα μετανάστη, ο οποίος βλέπει μπροστά του να ξετυλίγεται η Αθήνα του, η πόλη που έχει χάσει. Και την ώρα που οι Γάλλοι αποχωρούν δυσαρεστημένοι καθώς δεν είδαν «τανκς, βασανιστήρια, δικτατορία», ο Έλληνας μετανάστης συγκινείται βαθύτατα βλέποντας «το σπίτι του, μια μονοκατοικία, στην Σαρανταπήχου, απ’ όπου έβλεπε άλλοτε σαν ταψί ολόκληρη την Αθήνα, για να σταθεί στο παλιό του μπαλκόνι, που είχε γλάστρες με βασιλικούς και γιασεμιά κι όπου στο απλωμένο σεντόνι, που κυμάτιζε, πρόσεξε αυτός το μονόγραμμά του».

Ένας λοιπόν ο χώρος και μία η δεδομένη σημασία του. Όμως δύο και εκ διαμέτρου αντίθετες προσλήψεις του χώρου από πλευράς λογοτεχνικών ηρώων, δύο διαφορετικές εικόνες του χώρου που δημιουργούνται από το συγγραφέα, και μεταβάλουν την «παραδοσιακή» λειτουργικότητά του.

Μελετώντας λοιπόν αυτή τη σχέση, το εάν δηλαδή διατηρείται ή μεταβάλλεται η λειτουργικότητά των τόπων του άστεως εντός του κειμένου, μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις πρώτες ενδείξεις για την κατασκευή της λογοτεχνικής πόλης.

Κατά συνέπεια, αφού πρώτα συγκεντρώσουμε ένα κρίσιμο σύνολο αστικών τόπων, μπορούμε να περιγράψουμε τη δομή και τη μορφή της νέας πόλης, καθώς αυτή αναδύεται μέσα από το κείμενο. Μπορούμε να περιγράψουμε, σε αδρές πάντα γραμμές, το πώς είναι αυτή η λογοτεχνική πόλη, όπως επίσης και το πώς αλλά και το γιατί λειτουργεί.

Η προβληματική που με απασχόλησε τον τελευταίο χρόνο, και που θα συνεχίσει να με απασχολεί για αρκετό καιρό ακόμα, εστιάζει στην κατασκευή του Παρισιού μέσα στο έργο του Βασίλη Βασιλικού. Πιο συγκεκριμένα, στρέφεται γύρω από τους παρισινούς τόπους που εμφανίζονται στο εν λόγω έργο και μελετά τη λειτουργικότητά τους τόσο στο παρόν τους όσο και στη διαχρονία τους.

Το Παρίσι εμφανίζεται σε δύο περιόδους στο έργο του Βασίλη Βασιλικού: την περίοδο της δικτατορίας 1967-1974 και τα χρόνια μέχρι το 1993, οπότε ο συγγραφέας επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα.

Η πρώτη περίοδος εντοπίζεται σε μία σειρά νουβέλες που εκδόθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές του ’70, και που η κριτική αδίκως έχει αφήσει στην άκρη. Πρόκειται για το «Καφενείον Εμιγκρέκ», το «20.20’ και Φίφτυ-φίφτυ», το «Μαγνητόφωνο», το «Ψαροντούφεκο» και τον «Πλανόδιο Πλασιέ». Κείμενα που εκδόθηκαν και επανεκδόθηκαν κατά μόνας, συνολικά δε σε δύο τόμους υπό τον τίτλο 8 ½, από τις εκδόσεις Παπαζήση το 2012.

Κείμενα δυναμικά και μαχητικά, με έντονο το κλίμα της στράτευσης στον αγώνα κατά της δικτατορίας αλλά και το αίσθημα της νοσταλγίας για την πατρίδα. Οι ιστορίες τους διαδραματίζονται σε μία σειρά ευρωπαϊκών πόλεων, εκ των οποίων το Παρίσι, με ήρωες την ελληνική εμιγκράτσια, ο λόγος της οποίας κυριαρχεί στο κείμενο.

Εν προκειμένω, το Παρίσι αυτής της περιόδου είναι μια πόλη στρατευμένη και σε αναβρασμό. Οι Έλληνες του Παρισιού, μετανάστες και πολιτικοί πρόσφυγες διαφόρων περιόδων, συναντώνται, συζητούν και διαφωνούν για τον ενδεδειγμένο τρόπο αντίδρασης στο καθεστώς των συνταγματαρχών. Επιπλέον, ας μην ξεχνούμε ότι σε αυτά τα χρόνια διαδραματίζεται και ο Μάης του 1968. Βρισκόμαστε λοιπόν απέναντι σε μία πόλη ενεργή πολιτικά, οι τόποι της οποίας σηματοδοτούνται και νοηματοδοτούνται συνήθως από τον πανταχού παρόντα αγώνα υπέρ της αποκατάστασης της δημοκρατίας στην Ελλάδα.

Αντιθέτως, στις Γάτες της Rue d’Hauteville, συναντούμε το Παρίσι του ’80 και του ’90 με μία εντελώς διαφορετική εικόνα. Μέσα στις σελίδες του «Παρισινού ημερολογίου» του Βασίλη Βασιλικού αναδεικνύεται μία πόλη της κουλτούρας, της διανόησης, της καλλιτεχνικής δημιουργίας και του υπαρξιακού αναστοχασμού. Ένα Παρίσι που δεν πολυασχολείται με την πολιτική, παρά στρέφει τα φώτα του στον πολιτισμό, στους δημιουργούς και στα έργα τους.

Εάν λοιπόν μπορούσαμε να μιλήσουμε για την κατασκευή λογοτεχνικής πόλης στο εν λόγω σώμα κειμένων, θα έπρεπε να κάνουμε λόγο για δύο λογοτεχνικά Παρίσια στο έργο του Βασίλη Βασιλικού: ένα στις νουβέλες της περιόδου της δικτατορίας και ένα δεύτερο στις Γάτες της Rue d’Hauteville. Και αυτό διότι οι τόποι της πόλης μένουν μεν ίδιοι, οι δε λειτουργικότητά τους μεταβάλλεται σημαντικά, μεταβάλλοντας κατά συνέπεια την εικόνα της ίδιας της πόλης.

Στην «Ποιητική της πόλης» του, ο Pierre Sansot δηλώνει εμφατικά ότι «οι τόποι μεταμορφώνουν τους ανθρώπους» («les lieux transforment les êtres»). Στη δική μας περίπτωση, μπορούμε να ισχυριστούμε και το αντίστροφο, ότι δηλαδή οι άνθρωποι μεταμορφώνουν τους τόπους. 

Οι άνθρωποι αλλάζουν την εικόνα μίας πόλης, ανάλογα με τα βιώματα, τη μνήμη και τις επιδιώξεις τους. Όμως και οι πόλεις αλλάζουν τους ανθρώπους, μέσα από τη μορφή τους, τη σύστασή τους και, φυσικά, τη θέση τους στο χάρτη. Το Παρίσι του Βασιλικού χαρακτηρίζεται από τόπους σε κίνηση, τόπους των οποίων η λειτουργικότητα μεταβάλλεται παρασύροντας μαζί της και τη συνολική εικόνα της πόλης. Οι μεταβολές αυτές θα μας απασχολήσουν και στο μέλλον, καθώς θα προσπαθούμε να καταδείξουμε την όσο γίνεται πληρέστερη και σφαιρικότερη διαδικασία κατασκευής των λογοτεχνικών Παρισιών του Βασίλη Βασιλικού.

 

Bookmaker with best odds http://wbetting.co.uk review site.