Menu

Ελλάδα – Σκόπια, ποιος είναι πράγματι σε θέση ισχύος;

Τα τρία επίπεδα του «Σκοπιανού» ζητήματος

Η Ελληνο-σκοπιανή αντιμαχία είναι πολυετής και μάλιστα η πρόσφατη αναζωπύρωση των ‘‘διαπραγματεύσεων’’ μεταξύ των δύο πλευρών, και κυρίως η τροπή που αυτές πήραν, υπήρξε γενεσιουργός αιτία ενός εκκωφαντικού λαϊκού ξεσηκωμού. Για την ελληνική πλευρά, το όλο ζήτημα, από της γεννήσεως και δια της ‘‘ταραχώδους’’ εξελίξεως του, σχηματοποιείται, αλλά και πρέπει να προσεγγίζεται και αναλύεται σε τρία επίπεδα στοχαστικής και διπλωματικής αναφοράς και προσαρμογής:

Το πρώτο επίπεδο έχει να κάνει με την απάντηση στο εκ βάθρων ερώτημα ‘‘Ποιος έχει δίκαιο;’’ στην προκείμενη διένεξη. Οι Σκοπιανοί περιορίζουν σκόπιμα τη διαμάχη του ‘‘Ονοματολογικού’’ σε δήθεν αποκλειστικά γεωγραφικού χαρακτήρα ορίζουσες. Ωστόσο, είναι εμφανώς αναντίλεκτο ότι το ζήτημα είναι ‘‘Ιστορικό’’ και δη ‘‘ταυτολογικό’’ για τους δύο εμπλεκόμενους λαούς, δεν περιορίζεται από τη Γεωγραφία και δεν σχετίζεται μόνο με αυτήν. Όταν οι γείτονες εξ’ αρχής ομιλούν για ‘‘μακεδονικό’’ έθνος, στο οποίο αυτοπροσδιοριστικά ανήκουν, και για ‘‘μακεδονική’’ γλώσσα’’, προβαίνουν σε ωμή, κυριολεκτικά, ‘‘πλαστογράφηση’’ του ‘‘Ιστορικού Χρόνου’’ και σε ανοίκεια ‘‘ιδιοποίηση’’ της ιστορικής μας κληρονομιάς, πράξεις που δεν αντανακλούν μόνο τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν και ‘‘μορφώνονται’’ οι εναλλασσόμενες γενεές πολιτών της διπλανής χώρας, αλλά και αποτυπώνουν γλαφυρά και αποστομωτικά τον συνολικό εθνικό οραματισμό τους, ο οποίος δια της ‘‘γεωγραφικής ονοματολογίας’’ καθίσταται έτσι ιστορικά αδηφάγος και ταυτολογικά παραχαρακτικός. Ο οραματισμός αυτός είναι μια βίαιη επίθεση στην Ιστορία μας, η οποία αναντίρρητα είναι δομικό και ‘‘υπαρξιογενές’’ στοιχείο (και) της δικής μας εθνικής  ταυτότητας.

Βέβαια, και ‘‘εντός των τειχών’’, αναπτύσσεται ‘‘κύμα και δυναμική’’ απόψεων που απαξιώνουν το πηγαίο λαϊκό αίσθημα, που προκαλείται σ’ αυτό το πρώτο επίπεδο του ζητήματος. Πριν λίγες μέρες ο Καθηγητής του εδραζόμενου στη Θεσσαλονίκη ‘‘Πανεπιστημίου Μακεδονίας’’, Νίκος Μαραντζίδης, ισχυρίστηκε ότι η λαϊκή φωνή των συλλαλητηρίων κυριαρχείται από φοβικά σύνδρομα και οπισθοδρομική εσωστρέφεια.  Πάσχουμε, αλήθεια, όλοι εμείς από νοητική υστέρηση και βαλκανικό επαρχιωτισμό; Ή θα πρέπει κάθε φορά να τονίζεται ότι ο σεβασμός στην Ιστορία, στην ιστορική αλήθεια ότι το αρχαίο Βασίλειο της Μακεδονίας είναι λαμπρό κομμάτι της αρχαιοελληνικής ιστορίας και του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, δεν είναι ούτε σωβινισμός, ούτε εξτρεμισμός, ούτε λαϊκισμός, ούτε υποκουλτούρα, ούτε ένα από τα εθνικά μας καπρίτσια. Ούτε είναι κάτι που με αβροφροσύνη και στάση ανωτερότητας και ‘‘αποσυμπλεγματισμού’’ απενεργοποιείται. Και πολύ περισσότερο ούτε κάτι που πρέπει να εγκαταλείπεται προς άσκηση διπλωματικών ελιγμών και ‘‘επιτυχούς’’ εξωτερικής πολιτικής για να ‘‘λυθεί εξάπαντος’’ ένα εξαιρετικά σοβαρό εθνικό θέμα. Αντιθέτως, η στιβαρή διπλωματία και η αξιοπρεπής ελληνική φωνή στα διεθνή fora πρέπει να στηρίζεται στο Δίκαιο, στο ιστορικό παρελθόν, να συνταυτίζεται με τις εθνολογικές ρίζες και να εγκολπώνει τον ‘‘Μέγα και Βαθύ Χωρόχρονο’’ άπαντος του Ελληνισμού.

Το δεύτερο επίπεδο του θέματος εστιάζεται στην απάντηση επί του ερωτήματος ‘‘ποιος είναι σε θέση ισχύος;’’ στις διπλωματικές διεργασίες. Επί του προκειμένου, προβάλλεται ότι ένας εξαιρετικά μεγάλος αριθμός χωρών έχουν ‘‘αναγνωρίσει’’ μέχρι σήμερα τη γειτονική χώρα με το συνταγματικό της όνομα και, συνεπώς, αφού ‘‘όλος ο κόσμος’’ την αποκαλεί έτσι, επιχειρηματολογείται από τις ‘‘προοδευτικές του τόπου μας δυνάμεις’’ ότι αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός συνιστά de facto δυνατότητα κυριαρχικής επιβολής της θέλησης των Σκοπίων, οπότε και εμείς, αν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε, τουλάχιστον μειονεκτούμε. Ωστόσο, αυτό το γεγονός δεν είναι το απολύτως κρίσιμο στο παραπάνω ερώτημα. Προφανώς και ισχυροποιεί τη διαπραγματευτική θέση των Σκοπίων, προσδίδοντας διεθνή επιρροή και ανταπόκριση στη προσπάθεια τους, αλλά όντας ‘‘αναγκαία’’, δεν είναι παράλληλα και ‘‘ικανή’’ συνθήκη για να παγιώσει ένα τέτοιο υπερ τους απόλυτο πλεονέκτημα.

Άλλωστε, και εδώ είναι το άκρως καθοριστικό γεγονός, τα Σκόπια διαπραγματεύονται με την Ελλάδα και αυτό αποδεικνύει eo ipso ότι δεν αρκούν οι πολλαπλές διεθνείς αναγνωρίσεις τους. Είναι, λοιπόν, απολύτως αντιληπτό και ξεκάθαρο σε όλους ότι αποτελεί κάτι σαν ‘‘όρο επιβίωσης και ιστορικής συνέχειας’’ για τα Σκόπια η ένταξη τους στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Η γειτονική χώρα, εισερχόμενη στους δύο αυτούς διαδιεθνικούς οργανισμούς, που συνιστούν τον κορμό του Θεσμικού Υποστυλώματος του Δυτικού Κόσμου, θα κατοχυρώσει την πολιτική της σταθερότητα, θα διασφαλίσει οικονομικούς πόρους πρόσφορους όχι μόνο να την ωθήσουν προς την οικονομική ανάπτυξη αλλά και να ενισχύσουν την κοινωνική συνοχή της, θα διαθέτει αμυντική επάρκεια και εξωστρεφή προσανατολισμό και γενικά γεωπολιτικό κύρος και ισχύ που θα της προσδώσουν τη δυνατότητα πρώτα να (συνεχίσει να) υπάρχει και δεύτερον να προοδεύει σταθερά και με ασφάλεια.

Σ’ αυτό το ιστορικό, πολιτικό-οικονομικό στρατήγημα των Σκοπίων να ενταχθούν σε ΕΕ και ΝΑΤΟ, η Ελλάδα, διπλωματικά και νομικά, ενέχει ρόλο καθοριστικού ρυθμιστή, στην ουσία είναι ο κρίσιμος και απολύτως αποφασιστικός καταλύτης. Και αυτός ο ρόλος της εκπηγάζει από το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι βεβαίως ήδη μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.

Καταρχήν, για την ένταξη στην ΕΕ εφαρμόζεται το άρθρο 49 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ) και διαδικαστικά τα άρθρα 216-218 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Η διαδικασία ένταξης χωρίζεται σε δύο στάδια. Κατά το πρώτο, το υπερεθνικό, το υποψήφιο κράτος υποβάλλει αίτηση στο Συμβούλιο Υπουργών της ΕΕ. Για την αίτηση ενημερώνεται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά Κοινοβούλια. Το Συμβούλιο (Υπουργών) λαμβάνει υπόψη του τη γνώμη της Επιτροπής (Κομισιόν), η οποία δεν είναι δεσμευτική, και την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και αποφασίζει ομόφωνα σχετικά με την προσχώρηση στην ΕΕ του υποψηφίου κράτους, αφού ασφαλώς πρώτα αξιολογήσει αν πληρούνται τα ‘‘κριτήρια επιλεξιμότητας’’ που θέτει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Κατά το δεύτερο στάδιο, το διακυβερνητικό, οι όροι της προσχώρησης και οι όποιες αλλαγές που πρέπει να επιτευχθούν στο κείμενο των Συνθηκών καθίστανται αντικείμενο διαπραγματεύσεων μεταξύ του υποψηφίου κράτους και των κρατών-μελών της ΕΕ. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης προβαίνουν σε αυστηρό έλεγχο περί του αν το υποψήφιο κράτος πληροί τα λεγόμενα ‘‘ενταξιακά κριτήρια’’ (Κριτήρια της Κοπεγχάγης) και για το κατά πόσο η υπό ενσωμάτωση χώρα σέβεται και μπορεί να εφαρμόσει το κοινοτικό κεκτημένο (acquis communautaire). H διαπραγμάτευση ανάμεσα στην ΕΕ και το υποψήφιο μέλος αφορά 35 θεματικές, για όλες εκ των οποίων πρέπει να ολοκληρωθεί επιτυχώς.

Εν τέλει, υπογράφεται ανάμεσα στην ΕΕ και το υποψήφιο μέλος η Πράξη Προσχώρησης, η οποία είναι μια κλασική διεθνής συνθήκη. Σύμφωνα με την εξαίρεση του αρ. 218§8 της ΣΛΕΕ, για την υπογραφή της Πράξης Προσχώρησης, το Συμβούλιο απαιτείται να αποφασίσει ομόφωνα (unanimously in association agreements) και όχι με ενισχυμένη πλειοψηφία (qualified majority). Εν συνεχεία, τίθεται σε εφαρμογή η διαδικασία που έχει να κάνει με την επικύρωση της Πράξης Προσχώρησης στα εθνικά Κοινοβούλια των κρατών-μελών της ΕΕ, σύμφωνα με τους ισχύοντες συνταγματικούς κανόνες κάθε κράτους-μέλους. Η δε Πράξη Προσχώρησης, με την οποία ολοκληρώνεται η ένταξη του υποψηφίου κράτους στην Ένωση, αρχίζει να ισχύει μόνο από τη χρονική στιγμή που αυτή επικυρωθεί και από το Κοινοβούλιο του τελευταίου κράτους - μέλους.

Επιπλέον, η ένταξη του νέου κράτους μέλους εξαρτάται από το δικαίωμα αρνησικυρίας που έχει ένα ήδη υφιστάμενο μέλος, δικαίωμα που δεν μπορεί να επηρεαστεί με οποιονδήποτε τρόπο από οποιοδήποτε θεσμικό όργανο της ΕΕ.

Επί του πραγματικού, το γειτονικό κράτος υπέγραψε με την ΕΕ το 2001 στο Λουξεμβούργο τη Συμφωνία Σταθεροποίησης και Ένταξης (Stabilisation and Association Agreement)  και μάλιστα με απόφαση του Συμβουλίου της ΕΕ, κατά τα ανωτέρω, από τις 17-12-2005 είναι υποψήφιο προς ένταξη κράτος.

Συνεπώς, από τα δύο άνω περιγραφόμενα στάδια, έχει περατωθεί το πρώτο, αλλά απομένει όχι απλά ως ημιτελές, αλλά παντελώς ανολοκλήρωτο το δεύτερο στάδιο. Σε αυτό, το επικείμενο δεύτερο στάδιο της διαδικασίας ένταξης, η Ελλάδα, όπως φανερά προκύπτει από τα παραπάνω, μπορεί να παρεμποδίσει και την απόφαση του Συμβουλίου περί της Πράξης Προσχώρησης, ψηφίζοντας αρνητικά και καθιστώντας ανέφικτη την απαιτούμενη ομοφωνία, ενώ διαθέτει, και σε ύστερο επίπεδο, τη δυνατότητα αποκλεισμού της πρόσβασης των Σκοπίων στην ΕΕ, μη επικυρώνοντας στο Κοινοβούλιο της μια πιθανώς υπογραφείσα Πράξη Προσχώρησης.

Περαιτέρω, το άρθρο 10 της Ιδρυτικής Πράξης του ΝΑΤΟ ορίζει ότι απαιτείται ομόφωνη απόφαση των μελών του, άρα έγκριση απ’ όλα τα κράτη που συμμετέχουν σ’ αυτό, για να εισέλθει ένα νέο μέλος στον Οργανισμό. Το δικαίωμα της αρνησικυρίας (veto) είναι απολύτως προφανώς ότι ισχύει και σε αυτόν τον διεθνή Οργανισμό και μάλιστα δίνεται η νομική δυνατότητα ένα υφιστάμενο μέλος να θέτει και προϋποθέσεις, που πρέπει να εκπληρωθούν, για την ενσωμάτωση στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο ενός υποψήφιου μέλους. Η Ελλάδα, επομένως, έχει το διεθνούς βεληνεκούς ξεκάθαρο, νόμιμο δικαίωμα να ‘‘μπλοκάρει’’ την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ.

 Η αίτηση ένταξης των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ εκκρεμεί από τις 30-7-1992, όταν και η γειτονική χώρα επεχείρησε να γίνει μέλος σ’ αυτό με το όνομα ‘‘Δημοκρατία της Μακεδονίας’’. Η Ελλάδα τότε (Ιανουάριος του 1993) αρνήθηκε την ένταξη με τη συγκεκριμένη ονομασία. Και στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, τον Απρίλιο του 2008 στο Βουκουρέστι, η Κυβέρνηση Καραμανλή ενάσκησε το δικαίωμα αρνησικυρίας (veto).

Ακούστηκε, ωστόσο, αυτές τις μέρες από πολέμιους τον ‘‘στείρο εθνικισμό’’ και ‘‘συμπλεγματικό επαρχιωτισμό’’ δημοσιογράφους ότι η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης μετά από προσφυγή σ’ αυτό των Σκοπίων επί του ελληνικού veto το 2008, διατρανώνει τη θέση της γειτονικής χώρας. Εντούτοις, αυτό δεν είναι ακριβές. Η από 5-12-2011 απόφαση του άνω Διεθνούς Δικαστηρίου έκρινε μεν ότι η Ελλάδα, με την προβολή του veto, παραβίασε το άρθρο 11§1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών (Interim Accord), που υπογράφηκε στις 13-9-1995, αλλά στο εν λόγω άρθρο η Χώρα μας αναλάμβανε την διεθνή υποχρέωση να μην παρακωλύσει την ένταξη των Σκοπίων σε διεθνείς Οργανισμούς, στους οποίους είναι ήδη μέλος η Ελλάδα, μόνο στην περίπτωση που το όμορο κράτος θα επιχειρούσε να εισέλθει στους διεθνείς Οργανισμούς με την ονομασία που προσωρινά (provisionally) του είχε αποδοθεί με την 817/1993 Απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (UN Security Council Resolution), ήτοι με την ονομασία ‘‘FYROM’’. Κατά συνέπεια, αφενός κανένα ‘‘οριστικό’’ όνομα των Σκοπίων δεν υφίσταται ενώπιον και του ΝΑΤΟ και αφετέρου, εξ’ αντιδιαστολής, η Ελλάδα μπορεί με βάση την Ενδιάμεση Συμφωνία και το Διεθνές Δίκαιο, να αντιταχθεί στην ένταξη των Σκοπίων στη Βορειοατλαντική Συμμαχία στην περίπτωση που αυτά χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε διαφορετικό όνομα, από το άνω. 

Καταληκτικά, η Ελλάδα, όσον αφορά την ένταξη των Σκοπίων σε ΕΕ και ΝΑΤΟ, μοιάζει να είναι o ‘‘κλειδοκράτωρ’’, πράγμα που δίνει, αν όχι σαφή απάντηση, τουλάχιστον ισχυρή ένδειξη συμπεράσματος επί του ερωτήματος περί του ποιο από τα δύο κράτη τελεί σε διαπραγματευτική θέση ισχύος.

Το τρίτο επίπεδο του ‘‘Σκοπιανού’’, φυσιολογικά προκύπτον ως νοηματική αλληλουχία των δύο ανωτέρω, σχετίζεται με τη  διπλωματία μεταξύ των δύο χωρών και τις μέχρι τώρα πραγματικές πτυχές και ιστορικές της διαστάσεις, με την έως εδώ διαδρομή της και πως αυτή διαμορφώθηκε, αλλά και με τις ‘‘θέσεις’’ των χωρών και την ουσία των επιχειρημάτων και των προθέσεων τους στη τρέχουσα συγκυρία. Το κομβικό ερώτημα σε αυτό το επίπεδο επικεντρώνεται στο ποια ‘‘πρέπει’’ (ποια είναι δεοντολογικά επιβαλλόμενη και εθνικά συμφέρουσα και προτιμητέα) και ποια ‘‘μπορεί’’ (ποια είναι αντικειμενικά εφικτή και ρεαλιστικά επιδιώξιμη) να είναι η στρατηγική της δικής μας Χώρας. Και δη αυτό το ερώτημα οφείλουμε να το διατυπώνουμε όχι γενικά και αφηρημένα, αβασάνιστα ή ευχολογικά, αλλά λαμβάνοντας υπόψη τις απαντήσεις που δόθηκαν (ή επιχειρήθηκε να δοθούν) στο πρώτο και δεύτερο επίπεδο, δεδομένων δηλαδή των γεγονότων ότι η Ελλάδα έχει μαζί της την Ιστορία, την Αλήθεια και το Δίκαιο (πρώτο επίπεδο), αλλά και αναφορικά με το εξόχως ζωτικό εγχείρημα ένταξης των Σκοπίων σε ΕΕ και ΝΑΤΟ, ότι η δική μας χώρα τελεί σε διαπραγματευτική θέση ισχύος (δεύτερο επίπεδο).

Η μέχρι σήμερα ‘‘εθνική γραμμή’’ επί του ζητήματος χαρακτηρίζεται από δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη ήταν η ‘‘γραμμή’’ της Σύσκεψης το 1992, υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κ. Καραμανλή και υπό τον Πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη, των τότε πολιτικών αρχηγών, η οποία δεν επιδεικνύει καμία ανοχή στο όνομα ‘‘Μακεδονία’’ για την όμορη χώρα και η δεύτερη είναι η ‘‘γραμμή’’ του 2008 περί  ‘‘σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό’’, που θα ισχύει erga omnes.

Σ’ αυτό πάντως το σημείο που βρισκόμαστε, όπως μας είπε πριν 2 ημέρες, ο Δρ. Κωνσταντίνος Φίλης, Διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων, η εκ του μηδενός διαπραγμάτευση είναι ‘‘μαξιμαλισμός’’ για τη Χώρα μας. Υπονόησε, έτσι, ότι η ‘‘σύνθετη ονομασία’’ (που πιθανότατα θα περιέχει τον όρο ‘‘Μακεδονία’’) είναι ο απόλυτος ιστορικός, πολιτικός, στρατηγικός, διπλωματικός και εθνικός μονόδρομος μας. Μήπως, όμως, και υπό το δοθέν πάνδημο έναυσμα, είναι τούτη η ώρα να συσχετίσουμε προσεκτικότερα και αποτελεσματικότερα το τρίτο αυτό επίπεδο του ζητήματος με το πρώτο και δεύτερο; Μήπως, όταν έχεις μαζί σου την Αλήθεια και την Ιστορία και όταν παράλληλα είσαι εξοπλισμένος με ισχυρά διαπραγματευτικά atout, ‘‘δεν υπάρχουν’’ πολιτικοί, διπλωματικοί και εθνικοί ‘‘μονόδρομοι’’; Μήπως, είναι αυτή η συγκυρία για έναν, δια της εθνικής συνεννόησης(;), ‘‘πολιτικό αναθεωρητισμό’’ της εθνικής επί του θέματος ‘‘γραμμής’’;

Κατερίνη, 6/2/2018

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW

LLM IN EUROPEAN LAW

Bookmaker with best odds http://wbetting.co.uk review site.