Menu

Σχόλιο για τον κοινωνικό αυτοματισμό του άλλου

Ο κόσμος ξαναβγήκε στους δρόμους. Πολύς κόσμος. Άλλοι αγανακτισμένοι, άλλοι με γραβάτες, άλλοι ανέβηκαν στα τρακτέρ, άλλοι ξανακατέβηκαν... κάποιοι πιο συνειδητοποιημένοι, κάποιοι σαφώς λιγότερο. Τους περισσότερους από αυτούς τους «ματώνει», επειδή υπόκεινται άμεσα στις συνέπειες της δημοσιονομικής προσαρμογής των μνημονιακών πολιτικών. Ίσως γιατί τώρα η «κατάρα» της εξαθλίωσης απειλεί το ίδιο τους το σπίτι, ενώ παλαιότερα η φτώχεια ήταν μια πιο ασαφής έννοια, έξω από το οπτικό τους πεδίο.

Σίγουρα, μέσα στους διαδηλωτές, υπάρχουν και μερικοί που περιμένουν ότι πάλι με χρόνια και καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι, για να επανέλθει εκείνο το παλαιό καλό κράτος που όλοι βρίζαμε, αλλά το αναγνωρίζαμε ως δικό μας δημιούργημα. Και αυτοί, που θέλουν το παλαιό, όπως διατείνονται οι σημερινοί κυβερνώντες, είναι συνήθως οι πιο φωτογραφημένοι και αναγνωρίσιμοι, πρόεδροι κάποιων σωματείων ή συνδικαλιστικών φορέων, που ανήκουν στα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Αυτό όμως δεν μειώνει σε καμία περίπτωση την αξία της διαμαρτυρίας των πολιτών. Αυτό έλεγαν και παλαιότερα. Ότι αυτοί διαμαρτύρονται, αφενός επειδή παρακινούνται και αφετέρου επειδή είναι ευνοημένοι και τώρα χάνουν τα προνόμιά τους. Είναι αυτός ο αναθεματισμένος ο κοινωνικός αυτοματισμός που κατήγγειλαν διαρκώς οι Συριζαίοι, όταν βέβαια ήταν στην αντιπολίτευση, γιατί τώρα τον έκαναν σημαία του πολιτικού καθωσπρεπισμού τους. Με αυτόν επιχειρούν να κινητοποιήσουν τα αντανακλαστικά των ευαρεστημένων συντρόφων τους, όσων δηλαδή πείθονται ακόμη με περιφερόμενα συνθήματα και υποτιθέμενες επαναστάσεις, σε αναμονή. Με αυτόν δικαιολογούν και τη δική τους απάθεια.

Και έτσι, είτε σφυρίζουν αδιάφορα ή πολύ χειρότερα κατακεραυνώνουν όσους απεργούν ή διαδηλώνουν, γιατί η αριστερά που πρεσβεύουν οι ίδιοι και που διέπεται από έναν ανοίκειο «αυτισμό» θέλει θυσίες, όπως λένε. Μοιάζει πολύ με αυτό που έλεγε ο Μπρεχτ και που πολύ τον αγαπούν οι ίδιοι: «αυτοί που βρίσκονται ψηλά θεωρούνε ταπεινό να μιλάς για το φαΐ»...Ο λόγος. Έχουν ή νομίζουν πως έχουν κιόλας φάει.

Θα πει κανείς, ότι ο καπιταλισμός φταίει για όλα! Εντάξει, αυτό το ξέρουμε. Άλλοι τον πολεμούν συνειδητά, άλλοι θέλουν να τον κάνουν καλύτερο, άλλοι τους αρέσει έτσι και χειρότερος. Το αποτέλεσμα είναι ότι «τα καλά του καπιταλισμού» όλοι τα γουστάρουν. Και για αυτά τα καλά γίνονται οι μεγαλύτερες συναινέσεις. Όπως αυτή που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Πολλές φορές, από αυτή τη στήλη, θυμίσαμε στους αναγνώστες μας, κυρίως σε όσους ασχολούνται με τα κοινά, τα τοπικά περισσότερο, πόση αξία έχει να κρατάς ημερολόγιο, να συμβουλεύεσαι δηλαδή την πρόσφατη ιστορία του τόπου σου και να βλέπεις συχνά – πυκνά πώς εξελίσσονται τα πράγματα. Κάπως έτσι, κάποιοι επιλέγουμε να αποφεύγουμε την εκούσια λήθη, να ξεχνάς δηλαδή τί έλεγες χθες και τι κάνεις σήμερα. Αυτή την εφησυχαστική νοοτροπία  του δεν βαριέσαι αδερφέ, ποιος ασχολείται τώρα ή ποιος θα θυμάται; Κι όμως, είναι πολύ σημαντικό να θυμίζεις ότι τίποτα δεν προέρχεται από παρθενογένεση. Για να φτάσει κάτι έως εδώ, κάποιοι ασχολήθηκαν στο παρελθόν και κάποιοι άλλοι αμέλησαν να ασχοληθούν, όπως επίσης «το θέμα είναι τώρα τι λες», όπως έγραψε ο Μανώλης Αναγνωστάκης.

Σε αυτή τη μεταμοντέρνα «κυβερνώσα Αριστερά», πολλοί από τους υποστηρικτές της μοιάζουν σαν εκείνους που πηγαίνουν στην εκκλησία και «κάνουν τους μεγάλους σταυρούς», που επιδεικνύουν την ηθική τους, ενώ από κάτω κρύβουν επιμελώς μια απίστευτη αντίφαση λόγων και έργων. Και σε μια εποχή που μια κυβέρνηση που φέρνει τόσο αντιλαϊκά μέτρα – έστω αναγκαστικά και με πόνο ψυχής – είναι ύβρις να μιλάς συγχρόνως για δικαιοσύνη, αλληλεγγύη, δημοκρατία και πολύ περισσότερο για αριστερή πολιτική.

Ειδικά την αλληλεγγύη, που κάποιοι πολίτες συλλογικά την έχουν κάνει πράξη, κάποιοι την περιφέρουν για χρόνια ως σύνθημα, ξεθωριασμένο, πολυπαιγμένο, για αυτιά έτοιμα να ακούσουν και να δεχτούν την αλήθεια που τους βολεύει. Ορισμένοι ακόμη ονειρεύονται έναν άλλο κόσμο που είναι εφικτός, μόνο που αυτός ο κόσμος μοιάζει σκοτεινός πίσω από οπισθοχωρήσεις, έντιμους συμβιβασμούς και νεοφιλελεύθερες παλινορθώσεις.

Από την άλλη πλευρά και τα συνθήματα είναι εύκολα και ενίοτε ανέξοδα. Πολλές φορές έχουν όμως και μια ουσία. Τις προηγούμενες δεκαετίες είδαμε περισσότερο κόσμο. Όταν έκλειναν βιοτεχνίες ή μετανάστευαν στο εξωτερικό και απολύονταν ομαδικά εκατοντάδες εργαζόμενοι. Όταν υπήρχε αντικείμενο δηλαδή. Σήμερα, κυριαρχεί αυτός ο άτιμος κοινωνικός αυτοματισμός, η χρεοκοπία του ίδιου του συνδικαλιστικού κινήματος που άλλα λέει, άλλα θέλει, η διαδήλωση με τους ίδιους ανθρώπους, τα ίδια πανό, δύο διαφορετικές συγκεντρώσεις, με ξύλινο λόγο έτσι για να πούμε το ποίημα που μάθαμε εδώ και χρόνια.

Και είναι και η διαδικασία που χωλαίνει. Όταν κράζεις τους κυβερνητικούς συνδικαλιστές είναι και αυτό, άνευ ουσίας, αφού και αυτοί το γνωρίζουν ότι πήγαν σε μια απεργία, για τους ίδιους τυπικούς λόγους, γιατί πρέπει απλώς να απεργήσουν. Επειδή, για πολλούς δεν έχει αλλιώς νόημα η ίδια η ζωή τους. Το να απεργούν είναι μέρος της δουλειάς τους. Το να φωτογραφίζονται σε πορείες είναι μέρος του image τους.

Σαν ένα θέατρο του παραλόγου. Μια παρωδία.  Και στο βάθος κήπος.

Θέμης Κωτούλας

Bookmaker with best odds http://wbetting.co.uk review site.