Menu

Η Γενοκτονία στον Πόντο

Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου από τους εθνικιστές είχε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Οι πληθυσμοί εκτοπίζονταν τον χειμώνα και την εξόντωση την πραγματοποιούσε σε μεγάλο βαθμό η ίδια η φύση. Οι εκτοπισμένοι δεν οδηγούνταν σε Άουσβιτς, αλλά η ίδια η πορεία ήταν ένα Άουσβιτς.

Οι Τούρκοι του Πόντου άρχισαν με την επιστράτευση όλων των αντρών από 15 έως 45 ετών και την αποστολή τους στα τάγματα εργασίας. Η πλειονότητά τους στάλθηκε στις περιοχές μεταξύ Σεβάστειας και Βαν για την κατασκευή δρόμων. Παράλληλα, αμφισβήτησαν το δικαίωμα των Ελλήνων να ασκούν ελεύθερα το επάγγελμά τους και επιπλέον απαγόρευσαν στους μουσουλμάνους να συνεργάζονται με αυτούς επαγγελματικά, με την ποινή της τιμωρίας από τις στρατιωτικές αρχές.

Κατ’ αρχάς οι άτακτες ορδές των Τούρκων επιτίθονταν στα απομονωμένα ελληνικά χωριά κλέβοντας, φονεύοντας, αρπάζοντας και βιάζοντας. Σε έγγραφό του Αυστριακού Υπουργού Εξωτερικών προς το Βερολίνο, σχετικά με την πολιτική των συμμάχων τους, αναφέρονται τα εξής:

«Η πολιτική των Τούρκων είναι μέσω μίας γενικευμένης καταδίωξης του ελληνικού στοιχείου, να εξοντώσει τους Έλληνες ως εχθρούς του Κράτους, όπως πριν τους Αρμένιους. Οι Τούρκοι εφαρμόζουν τακτική εκτόπισης των πληθυσμών, δίχως διάκριση και δυνατότητα επιβίωσης, απ’ τις ακτές στο εσωτερικό της χώρας, ώστε οι εκτοπισμένοι να είναι εκτεθειμένοι στην αθλιότητα και τον θάνατο από πείνα. Τα εγκαταλειπόμενα σπίτια των εξοριζομένων λεηλατούνται από τα τουρκικά τάγματα τιμωρίας ή καίονται και καταστρέφονται. Και όλα τα άλλα μέτρα τα οποία εις τους διωγμούς των Αρμενίων ευρίσκοντο εις ημερήσιαν διάταξιν, επαναλαμβάνονται τώρα εναντίον των Ελλήνων».

Οι Αυστρογερμανοί διαπίστωναν ότι η πολιτική της γενικευμένης εθνικής εκκαθάρισης υπαγορεύτηκε από την παντουρκιστική ιδεολογία που τότε κυριαρχούσε στους τουρκικούς πληθυσμούς, καθώς και από «τη βουλιμία των Τούρκων για την πλούσια ελληνική περιουσία». Οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν πρωτοφανείς μεθόδους για την εξόντωση των Ελλήνων, όπως την εκτόπιση των πληθυσμών, μέσα στον χειμώνα, χωρίς να επιτρέπουν στους εκτοπιζόμενους να πάρουν μαζί τους ούτε τρόφιμα, ούτε στρώματα. Δεν επέτρεπαν τη στάθμευση των εκτοπιζόμενων σε κατοικημένα μέρη, αλλά μόνο σε μέρη έρημα και εκτεθειμένα στις άσχημες καιρικές συνθήκες, με βασικό στόχο την εξόντωσή τους, εφόσον θα ήταν αναγκασμένοι να διαμένουν στην ύπαιθρο και επιπλέον δεν θα μπορούσαν να προμηθευτούν τρόφιμα. Απαγόρευαν στους εκτοπιζόμενους να δώσουν βοήθεια στους γέρους γονείς ή στα ανήλικα παιδιά και στους αρρώστους, οι οποίοι εγκαταλείπονταν στα φαράγγια και στα δάση και πέθαιναν από την πείνα ή αποτελειώνονταν από τους στρατιώτες.

Τα κυβερνητικά και αστυνομικά όργανα οδηγούσαν τους μετατοπιζόμενους σε ειδικούς λουτρώνες, οι οποίοι ιδρύθηκαν δήθεν για στρατιωτικούς λόγους. Εκεί τους εξανάγκαζαν να λουστούν με την επίκληση λόγων υγιεινής. Έβαζαν κατά εκατοντάδες άντρες, γυναίκες και παιδιά στα λουτρά, γυμνούς με θερμοκρασία 40 βαθμών. Τα ενδύματά τους εν τω μεταξύ λεηλατούνταν. Όταν έβγαιναν από το λουτρό τους ανάγκαζαν να παραταχθούν στο χιόνι με θερμοκρασία κάτω του μηδενός, και να περιμένουν την επίσκεψη του αστυνόμου για καταμέτρηση, ο οποίος ποτέ δεν ερχόταν σε λιγότερο από μία ώρα.

Έπειτα, επί μία ακόμη ώρα περίμεναν τον γιατρό για ιατρική επιθεώρηση. Κατά την επιθεώρηση χαρακτηρίζονταν άρρωστοι οι νεότεροι και υγιέστεροι, οι οποίοι θανατώνονταν κατά την αποστολή τους στο νοσοκομείο.

Οι γαλλικές μυστικές αναφορές βρίθουν από στοιχεία για τις εκτοπίσεις αυτής της περιόδου. Σε αναφορά που βασίζεται σε στοιχεία του γιου του Ντζεμάλ πασά, σημειώνεται: «Εδώ και έξι εβδομάδες, σφαγές Ελλήνων κατά μάζες έλαβαν χώρα. Ο αριθμός των φονευθέντων φθάνει τις 40.000». Στις 5 Οκτωβρίου η Υπηρεσία Πληροφοριών του γαλλικού Γενικού Επιτελείου Στρατού αναφέρει: «Από σοβαρές πηγές, 50.000 άτομα εξορίστηκαν στο εσωτερικό με τις γνωστές ήδη συνθήκες. Ο ελληνισμός των ακτών της Μαύρης Θάλασσας υπέστη απόλυτη εξόντωση».

Ήταν τέτοια η ένταση και η έκταση των διωγμών, ώστε ακόμη και οι σύμμαχοι των Τούρκων διατύπωσαν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους. Ο μαρκήσιος Παλαβιτσίνι έγραφε τον Ιανουάριο του 1918. «Είναι σαφές ότι οι εκτοπισμοί του ελληνικού στοιχείου δεν υπαγορεύονται ουδαμώς από στρατιωτικούς λόγους και επιδιώκουν κακώς εννοουμένως πολιτικούς σκοπούς». Την ίδια άποψη εξέφραζαν και σώφρονες Τούρκοι, όπως ο Βεχήμπ πασάς, ο οποίος υποστήριζε ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων ήταν περιττός από στρατιωτικής άποψης.

Σχεδόν συγχρόνως ο Αυστριακός πρόξενος της Αμισού Κβιατκόφσκι ανέφερε σε υπηρεσιακή επιστολή του ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων της ποντιακής παραλίας εντασσόταν στο πλαίσιο του προγράμματος των Νεότουρκων, με το οποίο επιδιώκονταν η εξασθένιση του χριστιανικού στοιχείου. Ο ίδιος θεωρούσε ότι η καταστροφή αυτή θα είχε μεγαλύτερη απήχηση στην Ευρώπη απ’ ό,τι οι σφαγές που είχαν διαπράξει κατά των Αρμενίων.

Οι φόβοι του Κβιατκόφσκι εδράζονταν στη διαπίστωση του ότι η καθολική εξόντωση του ελληνικού στοιχείου ήταν επιθυμία του τουρκικού λαού. Εξάλλου, υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι είχαν δηλώσει στον ίδιο: «Τελικά πρέπει να κάνουμε με τους Έλληνες ό,τι κάναμε με τους Αρμένιους […]. Πρέπει με τους Έλληνες, τώρα να τελειώνουμε». Εξάλλου, και ο ίδιος ο Ταλαάτ (ο οποίος είχε λάβει τους τίτλους του πασά και τους μεγάλου βεζίρη) είχε αναφέρει ότι «βλέπει να πλησιάζει η αναγκαιότητα, να ξοφλήσει με τους Έλληνες, ακριβώς όπως παλαιότερα με τους Αρμένιους».

Η Επιτροπή του Ελληνικού Υπουργείου Περιθάλψεως, που στάλθηκε στον μικρασιατικό Πόντο κατέγραψε με λεπτομέρειες τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι για την εξόντωση των Ελλήνων. Στις εκθέσεις της επιτροπής του υπουργείου, που έφθασε στον Πόντο το 1919 με αποστολή την καταγραφή των προβλημάτων του ελληνικού πληθυσμού, αναφέρονταν οι τρόποι που χρησιμοποιήθηκαν για τη θανάτωση περισσότερων από 200.000 ατόμων. Εκτός από την περιοχή του Πόντου, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν διώξεις και κατά του ελληνικού πληθυσμού του Καυκάσου. Το 1915, όταν ο τουρκικός στρατός προέλαυνε στην περιφέρεια του Καρς, πλήθη Ελλήνων προσφύγων εγκατέλειπαν τις περιοχές τους, φοβούμενοι τις σφαγές.

Σε αναλυτική έκθεση που υπεβλήθη στον συνταγματάρχη Κ. Κατεχάκη, ο οποίος ήταν επικεφαλής της ελληνικής στρατιωτικής αποστολής που έδρευε στην Κωνσταντινούπολη, αναφέρονται με λεπτομέρειες οι απώλειες. Στην επαρχία Αμασείας από 136.798 Έλληνες εκτόπισαν τους 73.375, από τους οποίους διασώθηκε μόλις το 30%. Από την επαρχία Νεοκαισάρειας εκτόπισαν 25.000 άτομα από συνολικό πληθυσμό 97.450. Από τους εκτοπισμένους επέστρεψε μόλις το 6%.

Η επαρχία Κολωνείας καταστράφηκε εξολοκλήρου και ελάχιστοι Έλληνες κατάφεραν να διασωθούν. Από τους 167.450 Έλληνες της επαρχίας Χαλδίας – Κερασούντος εκτοπίστηκαν οι 90.000, ενώ 45.000 κατέφυγαν στη Ρωσία. Από τους εκτοπισμένους διασώθηκε το 20%. Από την επαρχία Τραπεζούντος, στην οποία κατοικούσαν 55.000 Έλληνες, εξορίστηκαν 5.000 άτομα, ενώ 26.000 διέφυγαν στη Ρωσία. Από τους εκτοπισμένους επέστρεψαν 400 άτομα. Από την επαρχία Ροδοπόλεως, από συνολικό αριθμό 24.000 Ελλήνων εκτοπίστηκαν 4.080 άτομα, ενώ 4.800 διέφυγαν προς τη Ρωσία.

Η έκθεση επισημαίνει: «Καθ’ όλον τον Πόντον η καταστροφή του Ελληνικού στοιχείου είναι κολοσσιαία και η μεν ύπαιθρος χώρα απώλεσε τα 75% του πληθυσμού αυτής, αι δε πόλεις το 30% και η γενική κατάστασις σήμερον κατά τούτο μόνο μετεβλήθη καθ’ όσον μετά την ανακωχήν έπαυσαν οι εκτοπισμοί, οι συστηματικαί και αθρόαι εξορίαι και η στρατολογία των ημετέρων».

Ο Rene Paux αναφέρει ότι τα θύματα στον μικρασιατικό Πόντο έφτασαν τις 257.019.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βλάση Αγτζίδη «Έλληνες του Πόντου – Η γενοκτονία από τον τουρκικό εθνικισμό (Ελληνικές Εκδόσεις Α.Ε.)


Bookmaker with best odds http://wbetting.co.uk review site.