Menu

Πολιτικές πεποιθήσεις ... ανασχηματισμός!

Στο χωριό του κυρ - Παντελή όπου φτύσεις φυτρώνει κάτι ή τουλάχιστον έτσι καυχιέται ο ίδιος σε όσους τον περιπαίζουν για την καταγωγή του. Ορεινό χωριό, κεφαλοχώρι με καλοπηγμένα τυριά και σιτεμένα κρέατα, που κάποτε ξυλοκόποι έβγαζαν το ψωμί τους και τη ζέστη της βαρυχειμωνιάς και σήμερα γιάπηδες λιμασμένοι για λίγη χωριάτικη ζωή, εφορμούν Σαββατοκύριακα, φορούν στολές αθλητικές και καμαρώνουν κάνοντας τσουλήθρα στο γυμνό ρημαγμένο τοπίο.

Μια φορά, μέσα στη νέα τάξη πραγμάτων που είχε ζώσει τη βουκολική νιρβάνα των κατοίκων, μαζεύτηκαν χωρικοί πολλοί μαζί, παραδοσιακοί - τοπικιστές, απόγευμα στο καφενείο και θωρούσαν πως το χωριό ξεχάστηκε από τους χαρτογιακάδες της πόλης και το νερό, το δικό τους, το παίρνουν για να ξεδιψάνε οι ξένοι και να λούζονται οι παστρικές και να ξεπλένουν στον κάμπο μπαξέδες φασολάκια.

Και αποφάσισαν ότι χρειάζεται να βγάλουν άνθρωπο δικό τους στη βουλή, να ξέρει να μιλά και να λέει τα όπως πρέπει και όχι τα όπως λάχει, να γνωρίζει τα κόλπα τα μουλωχτά και να φορά κοστούμια ακριβά, καλοραμμένα σε μοδίστρες περιωπής που μιλούν σπαστά ελληνικά σε τρία τέρμενα.

Έτσι, λοιπόν και ο Παναγιωτάκης, άρπαξε από τα μαλλιά την ευκαιρία, σουλουπώθηκε και πολιτεύθηκε. Και εκεί που δεν έλεγε καλημέρα σε κανέναν, βρήκε σόι τρανό, συγγενείς που δεν μιλιόντουσαν ένεκα εξ αδιαιρέτου διαφωνίας, αδέρφια που λοξοδρομούσαν σε σπίτι πατρικό και συννυφάδες που έβαζαν ξέχωρες σούβλες το Πάσχα και την μπουγάδα λέρωναν η μια της άλλης κάθε τόσο με βρομόνερα. Αλλά και βεντέτες για χωράφια μισιακά που κρατούσαν για γενιές λησμονήθηκαν και ο  εμφύλιος σπαραγμός και αυτός και δάνεια επί επταετίας και όλοι μαζί έφτιαξαν κόμμα τοπικό, το κόμμα του Παναγιωτάκη του πολιτευόμενου, βουλευτή πλέον και οσονούπω - στα σίγουρα δήλαδή - μέλλοντα υπουργού.

Και τα χρόνια πέρναγαν και το χωριό το 'χε καμάρι που λεβεντόπαιδα ανάθρεψε για επαναστάσεις και πολιτικούς για να χουν να στήνουν σε πλατείας ανδριάντες. Και κάθε τόσο έστελναν μαντάτα στην πόλη, ο Παναγιώτης να σπεύσει να φέρει δουλειές για τα παιδιά και νύφες για τους ανύπανδρους και του κακόμοιρου του μπάρμπα Γούλα καινούργιο ακουστικό για να ακούει τα νέα στο τρανζίστορ. Αλλά και τις συντάξεις του ΟΓΑ να τους διασφαλίσει και θεομηνίες να στέλνει ο θεός για να γυρεύουν μετά αγεληδόν παράδες αποζημιώσεις.

Και να σου μια μέρα ο Παναγιωτάκης, ο αντικοινωνικός, έγινε και υπουργός και ένα ολόκληρο χωριό διορίστηκε και ελάμβανε έτοιμο μισθό, αβρόχοις ποσί και εξ απαλών ονύχων. Και οι γριές πήραν ανωμοτί συντάξεις και αγροφύλακες έγιναν οι νέοι και παράτησαν τη σκληρή ζωή την αγροτική και έπιασαν τουφέκια και στολές με άρβυλα και δουλειά τους ήταν πια, τα χωράφια μόνο να κοιτάν.

Και τα κτήματα τα κληρονομικά, ξέμειναν χωρίς χέρια αντρικά και άγγελος κυρίου, ονόματι καπιταλισμός, έφερε γεωργούς αλλοδαπούς σωρό, που ζητούσαν μόνο φαί και τις γυναίκες τους τις έδιναν στα σπίτια των αφεντάδων τους για δούλες, για να κάνουν δουλειές πασχαλινές οι κυράδες και να μιλούν για ανώτερες φυλές και για φιλανθρωπικές συνάξεις μετά την εκκλησία. Και έτσι κάπως πορευόταν...

Και κάποτε σε μια εαρινή σύναξη των ντόπιων, προτού κάνουν το κριτσμά, βγήκε να μιλήσει βουλευτής και αέρα ανάπτυξης είπε ότι θα φέρει και χαρτοφυλάκιο κι άλλο θα πάρει και νύφες θα βρει άσπρες και αδούλευτες και τον τρούλο τον βυζαντινό θα επιδιορθώσει. Και κλαίγαν οι γριές από συγκίνηση και κλαίγαν και οι γεροντοκόρες που δεν είχαν τυχερό καλό και γαμπρούς ζητούσαν να τους βρει και ας είναι και απολειφάδια.

Και μια μέρα, χτύπησε δυνατά η καμπάνα και έγινε ξεσηκωμός και αλαλαγμός και μαθεύτηκε νέο τραγικό. Πως ο Παναγιωτάκης έχασε κάπου σε καφέ κεντρικό, στην πρωτεύουσα λίγο πάνω από τ' αυλάκι, το χαρτοφύλακά του, που όπως τον ορμήνευσε ο παπα - Γιώργης, πάντα τον είχε γερά κρατημένο στην αμασχάλη του. Μα πως το έπαθε αυτό, ο ξεσυλόγιαστος; Δεν έβλεπε στις ειδήσεις, πως εκεί κλέβουν κάθε μέρα στους σταθμούς και τσάντες και αρπάζουν αλίμονο χρυσούς σταυρούς από λαιμούς; Που πήγε και στριμώχθηκε εκεί σ' αυτούς που καβαλάν αμάξια με μισητές πινακίδες;

Και τώρα; Ούτε νύφες μπορεί πια να φέρει, μήτε ανάπτυξη και αποκλείεται να ξανακούσει ο μπάρμπα - Γούλας τον Πρωτοσάλτε, που τα 'λεγε καλά για την κρίση. Και πήραν απόφαση οριστική και κήρυξαν ανένδοτο απέναντι στους αγνώμονες και το κόμμα του Παναγιωτάκη έκαναν τώρα σημαία και κίνησαν για μεγάλη διαμαρτυρία. Πως πρέπει να γίνει ανασχηματισμός είπαν και αυτό το σύνθημα έτρεξε με γρήγορα ποδάρια σε κάθε μαχαλά.

Και έγινε ανακοίνωση από τα μικρόφωνα της κοινότητας. Το είπαν και στο κυριακάτικο κήρυγμα και προκηρύξεις μοίρασαν κρυφά τη νύχτα ότι αυτό που θέλουμε είναι ανασχηματισμός. Και από τώρα και στο εξής μόνο ανασχηματισμό θα ψηφίζουμε γιατί το χωριό δεν συγχωράει και τον Παναγιωτάκη θέλει να έχει και πάλι υπουργό, να καταθέτει στεφάνια στο μνημόσυνο το κατοχικό και να έχει για ταγό, άνθρωπο με αίμα ημεδαπό.

Και πολιτικές πεποιθήσεις ανασχηματισμός απάντησαν σε γκάλοπ επικοινωνιακό πως έχουν και απείλησαν ότι θα κάψουν τα εκλογικά τους βιβλιάρια και στα ψηφοδέλτια θα βάζουν μουρταδέλα να λιγδώσουν και τον άτιμο τον Λευτεράκη - που τους ξεγέλασε - και πάντα Λευτεράκης θα είναι θα τον κρεμάσουν στην πλατεία για να βρέξει. Και έτσι πορεύτηκαν...

Και αυτός ο ανασχηματισμός τους έφαγε στο χωριό μου, που λες, Καμένε μου. " Άμον ζου άλειμμαν έρται απαγκέσ’ " του απάντησα εγώ.

Καμένος από Χέρι

Bookmaker with best odds http://wbetting.co.uk review site.