Οι αρνητικές συνέπειες της υποχρηματοδότησης στην εκπαίδευση

Οι θέσεις που κατατέθηκαν στο πρόσφατο 11ο εκπαιδευτικό συνέδριο της ΟΛΜΕ (14-16 Οκτωβρίου 2016)

του Αντώνη Κάλφα

Η επιλογή του θέματος του 11ου Εκπαιδευτικού Συνεδρίου «Οι επιπτώσεις των μνημονίων στην εκπαίδευση» έγινε μετά από διεξοδική συζήτηση τόσο στο πλαίσιο του ΔΣ του ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ., όσο και του ΔΣ της ΟΛΜΕ, που έλαβε και την τελική απόφαση.

Πρόκειται για μια καταρχήν λίαν επίκαιρη συζήτηση δεδομένου ότι ο εκπαιδευτικός χώρος δέχεται άμεσα τις ολέθριες όπως θα δούμε συνέπειες αυτής της κρίσης: κρίσης που συνδέεται τόσο με την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση που κορυφώθηκε στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, πλήττοντας θεμελιώδη κοινωνικά πολιτικά και εργασιακά δικαιώματα, όσο και με τις εγχώριες πολιτικές που ασκήθηκαν τα τελευταία χρόνια στην εκπαίδευση. Στη χώρα μας ειδικότερα, οι  περιοριστικές πολιτικές των μνημονίων, τείνουν να αλλάξουν ριζικά τον εκπαιδευτικό χάρτη θέτοντας στο κέντρο της συζήτησης όλα σχεδόν τα ζητήματα:  εργασιακές σχέσεις, χρηματοδότηση της εκπαίδευσης, δομές και λειτουργία, όρους και συνθήκες άσκησης εκπαιδευτικού έργου.

Σ’ αυτό το πλαίσιο ζητούμενο αποτελεί η εξέταση των επιπτώσεων της κοινωνικοοικονομικής κρίσης στην εκπαίδευση, αλλά και του ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει η εκπαίδευση στην αντιμετώπιση της κρίσης. Με βάση τα παραπάνω  κρίθηκε σκόπιμο η θεματολογία του συνεδρίου να επικεντρωθεί στην συνεξέταση όλων σχεδόν των τομέων της εκπαίδευσης που υφίστανται στη σημερινή συγκυρία τις επιπτώσεις των μνημονιακών πολιτικών.

Στο παρόν κείμενο θα σταθώ μόνο στην πολύ σημαντική ενότητα «Η υποχρηματοδότηση της Ελληνικής εκπαίδευσης. Αναπαραγωγή κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων στο σχολείο της κρίσης. Αντισταθμιστική εκπαίδευση. Παιδική φτώχεια». Κι αυτό γιατί όχι μόνο παρακολούθησα ως εκπρόσωπος της Αυτόνομης Αγωνιστικής Κίνησης (ΕΛΜΕ Πιερίας) τις πολύωρες συζητήσεις στο πλαίσιο της ομαδικής δουλειάς (με άριστη συντονίστρια την πρόεδρο του ΚΕΜΕΤΕ Μαριάννα Πρωτονοταρίου) αλλά και διότι πρόκειται για ένα θέμα κομβικό για την παραπέρα βελτίωση και την πορεία της νεοελληνικής εκπαίδευσης, της ζωής των ίδιων των εκπαιδευτικών και της μοίρας των φτωχότερων ελληνόπουλων που δέχονται ολοένα και πιο οδυνηρά τις περιπέτειες της υποχρηματοδότησης. Και το κυριότερο: στο εκπαιδευτικό συνέδριο πέρα από τις στατιστικές και λοιπές κοινωνιολογικές αναφορές προτάθηκαν και συγκεκριμένα μέτρα για την ανακούφιση των λιγότερο ευνοημένων μαθητών μας (περισσότερα στον ιστότοπο https://dialogos11o.wordpress.com).

Η υποχρηματοδότηση σε καθαρά ποσά (συμπεριλαμβανομένων και των προγραμμάτων ΕΣΠΑ)

Στη δεκαετία του 1960 το σύνθημα των εκπαιδευτικών το 15% για την παιδεία ενώ η σημερινή πάγια θέση για δαπάνες στο 5% αποτελεί αίτημα συνεχούς διεκδίκησης συνεδρίων της ΟΛΜΕ, εκπαιδευτικών και συνδικαλιστικών. Μια τάση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια οδηγεί την εκπαίδευση σε ολοένα και μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση και το σχολείο μετατρέπεται από δημόσια υπηρεσία σε επιχείρηση. Η υποχρηματοδότηση εξάλλου της εκπαίδευσης από όλες τις μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις εκεί φαίνεται να οδηγεί: στις δαπάνες για την παιδεία σε ποσοστό κάτω του 3,5%  του ΑΕΠ ενώ χαρακτηριστικό είναι πως πολλά κοινοτικά κονδύλια από το 1998 (ΕΣΠΑ) κατασπαταλήθηκαν σε αποσπασματικές δράσεις (προπαγάνδα, διαφήμιση κλπ.)

Επιπτώσεις υποχρηματοδότησης: όπως φαίνεται και από τον πίνακα η ελλιπής χρηματοδότηση είχε/έχει ως συνέπειες τα εξής:

  • Μισθολογική-βαθμολογική καθήλωση.
  • Αυτοαξιολόγηση σχολικής μονάδας και  εξωτερική αξιολόγηση.
  • Κατηγοριοποίηση, υποβάθμιση κλείσιμο σχολείων.
  • Διαθεσιμότητα ΕΠΑΛ, τις απολύσεις και τις υποχρεωτικές μεταθέσεις (ΠΔ 28/28-2-14).
  • Κλείσιμο συγχώνευση σχολείων
  •  Ανυπαρξία βοηθητικού προσωπικού
  • Νέο Πειθαρχικό, Ν4093/12, Ν4057/12
  • Ανταγωνισμός φόβος,  ανελευθερία

Οι όροι και οι συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών συνδέονται όπως είναι εύκολα κατανοητό με την ποιότητα της εκπαίδευσης. Η τελευταία οφείλει για να γίνει αποτελεσματική να λάβει υπόψη της τις νέες συνθήκες: παιδική φτώχεια – παιδιά σε κίνδυνο, αντιμετώπιση εκπαιδευτικών ανισοτήτων – σχολικής διαρροής.

Ποιες είναι οι επιδιωκόμενες αντισταθμιστικές εκπαιδευτικές πολιτικές

Οι αντισταθμιστικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν μέχρι σήμερα στην Ελλάδα υπήρξαν κατά βάση αποσπασματικές και περιορισμένης εμβέλειας, σχεδιάστηκαν εσπευσμένα και χωρίς να τηρούνται οι επιστημονικά ενδεικνυόμενες διαδικασίες που θα μπορούσαν να διασφαλίσουν την επιτυχία τους. Η αύξηση της παιδικής φτώχειας και η διόγκωση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων στα χρόνια της κρίσης, καθιστά αναγκαία την εφαρμογή πιο ολοκληρωμένων αντισταθμιστικών εκπαιδευτικών πολιτικών, που θα καλύπτουν το σύνολο του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος και θα επενεργούν πολυδιάστατα σε όλες τις παραμέτρους του, καθώς και σε βασικές πλευρές των αντίστοιχων κοινωνικών προβλημάτων.

Είναι δεδομένο ότι οποιαδήποτε αντισταθμιστικά μέτρα στήριξης των μαθητών χωρίς την παράλληλη ενίσχυση της κοινωνικής πολιτικής και τη στήριξη των οικογενειών δεν μπορούν από μόνα τους να αντιμετωπίσουν τις ταξικές εκπαιδευτικές ανισότητες.

α) Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας.  Η Ελλάδα ακολουθώντας το παράδειγμα άλλων ευρωπαϊκών χωρών εισάγει τις Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας (ΖΕΠ) το 2010 στα πλαίσια ευρωπαϊκών συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων. Στις ΖΕΠ εντάσσονται σχολεία κοινωνικοοικονομικά υποβαθμισμένων περιοχών. Οι προθέσεις της Πολιτείας ανταποκρίνονταν στη βασική φιλοσοφία των ΖΕΠ να αποτελούν δηλαδή ένα «τριγωνικό δίκτυο» αλληλεπίδρασης και συνεργασίας Κυβέρνησης – Σχολείου – Τοπικής Κοινωνίας με τη σχολική μονάδα να είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Όμως η δραστηριότητά τους ως σχολεία ΖΕΠ φαίνεται να διατηρείται το πολύ ως το σχολικό  έτος 2013-2014.

β)Αντισταθμιστική εκπαίδευση. Σε ό,τι αφορά τη λεγόμενη «αντισταθμιστική εκπαίδευση» παρατηρείται μια συνεχής προσαρμογή του ορισμού της ανάλογα με τις προθέσεις της Πολιτείας. Χαρακτηριστικό της τακτικής αυτής είναι η ψήφιση προσφάτως (Φεβρ. 2016) των άρθρων που αφορούν τις βιβλιοθήκες, την αντισταθμιστική εκπαίδευση, την Ειδική Αγωγή, το ΕΑΠ και τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, όλα συλλήβδην ενταγμένα σε νομοσχέδιο του Υπουργείου Υγείας. Στο συγκεκριμένο νόμο, ο ορισμός της αντισταθμιστικής εκπαίδευσης περιορίζεται στην ενισχυτική διδασκαλία και την πρόσθετη διδακτική στήριξη.  Οι πολιτικές λιτότητας και εγκατάλειψης του δημόσιου σχολείου επηρεάζουν τη δυνατότητα λειτουργίας των τμημάτων ενισχυτικής – πρόσθετης. Η ενισχυτική διδασκαλία για παράδειγμα, το σχ. έτος 2012-13 λειτούργησε για 20 ημέρες, το 2013-14 ξεκίνησε το Μάρτιο, το 2014-15 δε λειτούργησε καθόλου, το 2015-16 ξεκίνησε το Μάρτιο.

γ)Ειδική αγωγή και εκπαίδευση. Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρήθηκε διεθνώς μια ευαισθητοποίηση απέναντι στα άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, η οποία εκφράστηκε μέσα από γενικές ή ειδικότερες αρχές διατυπωμένες σε Διεθνείς Συμβάσεις για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Όπως καταγγέλλει ο Σύλλογος Αποφοίτων Τμημάτων Ειδικής Αγωγής (ΣΑΤΕΑ) το 70% των απασχολουμένων στην Ειδική Αγωγή είναι αναπληρωτές, οι οποίοι μπορεί να βρίσκονται και 15 χρόνια σε καθεστώς αναπλήρωσης, καλύπτοντας ανάγκες σε μόνιμο προσωπικό. Στην Παράλληλη Στήριξη, ενώ οι ανάγκες αυξάνουν δραματικά, οι εκπαιδευτικοί προσλαμβάνονται με πολύ μεγάλη καθυστέρηση και μπορεί να αναλαμβάνουν όχι ένα, αλλά δύο και τρεις μαθητές/τριες. Οι σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή αναγκάζουν πολλούς γονείς να στρέφονται σε ιδιωτικά κέντρα. Ταυτόχρονα στα ΚΕΔΔΥ δημιουργούνται μεγάλες λίστες αναμονής με αποτέλεσμα να καθυστερεί η διάγνωση ενός παιδιού και η κατάλληλη υποστήριξή του, παρά το ότι σε όλες τις σχετικές με την Ειδική Αγωγή έρευνες τονίζεται ως βασική προϋπόθεση επιτυχίας η έγκαιρη διάγνωση.

 δ)Διαπολιτισμική εκπαίδευση Στη χώρα μας η Διαπολιτισμική Εκπαίδευση καθιερώθηκε το 1996 και ιδρύθηκαν τα πρώτα «διαπολιτισμικά» σχολεία. Υποστηρίχτηκε κατά περιόδους από ευρωπαϊκούς πόρους και προγράμματα, πρόσφατα από πόρους του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση», και επιδιώκει τη διευκόλυνση της πρόσβασης ομάδων πληθυσμού με γλωσσικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, έτσι ώστε να ενταχθούν στο εκπαιδευτικό σύστημα και να καταπολεμηθεί το φαινόμενο της σχολικής διαρροής.

ε)Εκπαίδευση παιδιών προσφύγων. Από τους πρόσφυγες που κατέφυγαν στη χώρα μας το 46% είναι παιδιά, πολλά εκ των οποίων ασυνόδευτα (Υπ. Αρμοστεία ΟΗΕ, Υπ. Ασύλου). Το δικαίωμα των παιδιών προσφύγων στην εκπαίδευση  αναγνωρίζεται στην ελληνική έννομη τάξη και κατοχυρώνεται τόσο συνταγματικά (άρθρο 16,21), όσο και μέσω της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, την οποία έχει συνυπογράψει και η Ελλάδα. Επίσης, πολλοί νόμοι και εγκύκλιες διατάξεις αναφέρονται στην υποχρέωση του σχολείου απέναντι σε αυτά τα παιδιά και στα μέτρα που πρέπει να πάρει η Πολιτεία και το σχολείο για αυτόν το σκοπό (Ν. 4251/2014: Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής ΄Ενταξης, άρθρο 72, τα Μέτρα Προστασίας των Παιδιών Αιτούντων Άσυλο, άρθρο 10, 21/11/2014).  Για την ένταξη σε εκπαιδευτικές δομές των 22.000 προσφυγόπουλων σχολικής ηλικίας, νομοθετήθηκαν μέτρα (ΦΕΚ 2687/29-8-16), τα οποία όμως χρειάζεται να συγκεκριμενοποιηθούν ως προς τις ασάφειες και τα κενά τους

στ) Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας Τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας (ΣΔΕ) θεσμοθετήθηκαν με το νόμο 2525/97 στο πλαίσιο διακηρυγμένων αρχών της ΕΕ. Είναι ο μοναδικός θεσμός στην Ελλάδα ο οποίος στο πλαίσιο της Δια Βίου Μάθησης, υλοποιεί προγράμματα εκπαίδευσης ενηλίκων από 18 ετών και άνω με στόχο την απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων από ενήλικες οι οποίοι δεν είχαν ευκαιρίες στη ζωή τους, την απόκτηση τίτλου σπουδών ισότιμου με το απολυτήριο Γυμνασίου και τελικά την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού μέσω του σχολείου. 

Επιλογικά: το δικαίωμα όλων των παιδιών και των νέων για δωρεάν, ποιοτική και ισότιμη δημόσια εκπαίδευση, η παροχή ίσων μορφωτικών δικαιωμάτων και ευκαιριών, και η στήριξη όσων προέρχονται από μη προνομιούχα στρώματα, απαιτεί για την υλοποίησή του το πραγματικό ενδιαφέρον της Πολιτείας, και τη γενναία χρηματοδότηση της Παιδείας. Οποιαδήποτε όμως αντισταθμιστικά μέτρα στήριξης των μαθητών δεν μπορούν από μόνα τους να αντιμετωπίσουν τις ταξικές εκπαιδευτικές ανισότητες, χωρίς την παράλληλη ενίσχυση της κοινωνικής πολιτικής και τη στήριξη των οικογενειών,  όπως άλλωστε επιβάλλει η κατοχυρωμένη από το Σύνταγμα αρχή του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου (αρ.25, 1.2.).

Image

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Image