Μετρώντας τους νεκρούς της ιστορίας

η εξαντλητική μελέτη του Ανδρέα Βενιανάκη καταγράφει τα θύματα του διαβόητου δολοφόνου και δωσίλογου Αντώνη Δάγκουλα (1907-21.11.1944), ενός εκ των αρχηγών των αντικομμουνιστικών ομάδων της Θεσσαλονίκης

του Αντώνη Κάλφα

To βιβλίο του Ανδρέα Βενιανάκη, «Δάγκουλας, ο “δράκος” της Θεσσαλονίκης – Συμβολή στην Ιστορία των Ταγμάτων Ασφαλείας επί Κατοχής (1941-1944), εκδόσεις Επίκεντρο, πρόλογος Στράτου Δορδανά, Βάιου Καλογρηά», Θεσσαλονίκη 2016, αποτελεί καρπό πολυετούς έρευνας κυρίως σε αρχειακές πηγές (Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας, Γενικό Επιτελείο Στρατού, Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως και Προστασίας του Πολίτη, Στρατολογικά Γραφεία, ληξιαρχεία, δημοτολόγια κλπ.)  αλλά και σε ποικίλες πηγές πληροφόρησης (θύματα αλλά και θύτες της περιόδου, εφημερίδες και βεβαίως την αναγκαία βιβλιογραφία γύρω από το αντικείμενο).

Θέμα της χωρισμένης σε οκτώ κεφάλαια εξαντλητικής μελέτης, ενός μη επαγγελματία ιστορικού αλλά με απέραντη αγάπη και μόχθο καμωμένη, είναι η προσωπικότητα και ο βίος του Αντώνη Δάγκουλα ο οποίος κατάφερε να μετατραπεί στον εφιάλτη της Θεσσαλονίκης και του δημοκρατικού της κόσμου αφού ο δωσίλογος και συνεργάτης των Γερμανών Δάγκουλας (1907, Αρτάκη Μικράς Ασίας—Θεσσαλονίκη, 21.11.1944) δολοφόνησε τουλάχιστον 334 ανθρώπους. Ο Βενιανάκης μέσα από την έρευνά του βρήκε στοιχεία μόνο για τους 259 (βεβαιώσεις νεκροταφείων, δημοτολόγια) αφού ο Δάγκουλας δεν άφηνε πάνω στα θύματά του κανένα αποδεικτικό στοιχεία ενώ σύμφωνα με τους υπολογισμούς του συγγραφέα οι θάνατοι δυνατόν να είναι περισσότεροι (ίσως και 600).

Τι ακριβώς έκανε ο Δάγκουλας; Το 1944, λίγους μήνες πριν από την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, ένοπλες ομάδες δωσιλόγων (Τάγματα Ασφαλείας) έκαναν τη θορυβώδη εμφάνισή τους στους δρόμους της πόλης, τρομοκρατώντας -υπό το πρόσχημα της "καταπολέμησης του κομμουνισμού"- για δέκα μήνες τον πληθυσμό της. Ανάμεσα σε αυτές ξεχώρισε χάρη στις "υψηλές επιδόσεις" της η ομάδα του "πρόσφυγα" εκ Γρεβενών Αντώνη Δάγκουλα, το όνομα του οποίου σημάδεψε ανεξίτηλα τη συλλογική μνήμη των κατοίκων της στα μεταπολεμικά χρόνια.

Μέντορας του Βενιανάκη για τη συγγραφή του βιβλίου υπήρξε  ο επίκουρος καθηγητής ιστορίας στο ΑΠΘ Στράτος Δορδανάς και η εμπεριστατωμένη ιστορική μελέτη του με τίτλο «Ελληνες εναντίον Ελλήνων. Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη 1941-1944» (εκδ. Επίκεντρο), ο οποίος και μας δίνει με επιστημονική τεκμηρίωση το ζοφερό κλίμα των παρακρατικών που αποτελούσαν τα τελευταία χρόνια της κατοχής -με την προστασία των ναζί, τη βία και την αντικομμουνιστική υστερία- την πραγματική εξουσία στην πόλη.

Τα Τάγματα Ασφαλείας, ένοπλες παραστρατιωτικές δυνάμεις, δημιούργημα της κατοχικής κυβέρνησης, με τη βοήθεια του στρατού κατοχής αντικατέστησαν στην πράξη τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες (Χωροφυλακή, Δικαιοσύνη κ.λπ.). Τα στελέχωναν ιδεολόγοι αντικομμουνιστές, εθνικοσοσιαλιστές, τυχοδιώκτες και καιροσκόποι, που προσελκύονταν από την πρόσκαιρη εξουσία, τα προσωπικά οφέλη και τα πλούτη που αποκόμισαν από τις αρπαγές και τη «μεσεγγύηση» των εβραϊκών περιουσιών. Οι πιο διαβόητοι ηγέτες των δωσιλογικών ένοπλων τμημάτων, συνεργάτες των Γερμανών, ήταν ο Γεώργιος Πούλος, ο Αντώνιος Βήχος, ο Αντώνιος Δάγκουλας, ο Κυριάκος Παπαδόπουλος κ.ά.

Παρωδία ελληνικού στρατού ήταν και ο Εθνικός Ελληνικός Στρατός (ΕΕΣ) του Κισά Μπατσάκ (Κυριάκου Παπαδόπουλου), η διοίκηση του οποίου εγκαταστάθηκε στο μέγαρο της οδού Βασ. Ηρακλείου, ενώ τη διεύθυνση του Γραφείου Τύπου και Προπαγάνδας ανέλαβε ο γνωστός από την υπόθεση της δολοφονίας Λαμπράκη Ξενοφών Γιοσμάς (για τη δράση των πιεριέων θα αναφερθούμε σε επόμενο άρθρο μας).

Σχεδόν δέκα χρόνια ασχολούνταν ο Βενιανάκης με τον Αντώνη Δάγκουλα, τον πρώτο «δράκο» της Θεσσαλονίκης, ο οποίος έδρασε με τη συμμορία του τους τελευταίους δέκα μήνες της γερμανικής κατοχής σκορπώντας τον τρόμο και φέροντας την ευθύνη για εκατοντάδες εκτελέσεις (ο Βενιανάκης κατάφερε να εξιχνιάσει μόνο 259). Όπως δήλωσε ο συγγραφέας της μελέτης στον καλό δημοσιογράφο Απόστολο Λυκεσά (εφημερίδα των συντακτών, 31.7.2016): «Εγραψα το βιβλίο σαν εξιλέωση, γιατί η δράση του Δάγκουλα στοιχειώνει ακόμη τις ψυχές των Θεσσαλονικέων που ποτέ δεν ξέχασαν τη δράση του πρώτου “δράκου”. Ή όπως λέει ο Καζαντζάκης στο βιβλίο “Αναφορά στον Γκρέκο”, “ζυμώθηκε μ’ αίμα, δάκρυο κι ιδρώτα, γίνηκε λάσπη, γίνηκε άνθρωπος, πήρε τον ανήφορο, να φτάσει -πού να φτάσει;”»

Ο Βενιανάκης με ιστορική συναίσθηση και αντικειμενικότητα υπογραμμίζει ακόμη στο βιβλίο του πως «η μελέτη δεν σκοπεύει να αποδώσει ευθύνες αποκαλύπτοντας τα στοιχεία ταυτότητας όσων εμπλέκονταν αλλά να καταγράψει τη δράση τους και στη συνέχεια να ερμηνεύσει τους λόγους που οδήγησαν τους συγκεκριμένους ενόπλους σε αποτρόπαιες πράξεις κατά συμπατριωτών τους».

Ο Βενιανάκης αρχικά ανέτρεξε και μελέτησε εξαντλητικά το αρχείο του Ειδικού Δικαστηρίου Δωσίλογων Θεσσαλονίκης, όσο και μαρτυρικές καταθέσεις και απολογίες που είχαν δώσει πρωταγωνιστές της ομάδας του Δάγκουλα στο δικαστικό τμήμα του ΕΛΑΣ. Παράλληλα, δεν αρκέστηκε σ’ αυτά, καθώς στράφηκε στην ανεύρεση συγγενών Δαγκουλαίων για την καταγραφή της άποψης των θυτών, οι τελευταίοι των οποίων είχαν πεθάνει περί τα τέλη της δεκαετίας του 1980.

Και όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, στις πολύωρες συνομιλίες μαζί τους «δεν έκαναν καμιά αναφορά στα εγκλήματα των συγγενών τους λέγοντας πως ό,τι έγινε συνέβη υπό αντικομμουνιστικό μανδύα», ενώ από την πλευρά των θυμάτων, πέρα από τις γνωστές υποθέσεις, πολλοί από τους οικείους τους δεν γνώριζαν ότι υπεύθυνοι για τον χαμό τους ήταν οι άνθρωποι του Δάγκουλα.

Συγκλονιστικές είναι οι σελίδες του βιβλίου οι οποίες περιγράφουν τις τελευταίες ημέρες του αμετανόητου δολοφόνου Δάγκουλα (Από τη μάχη του Κιλκίς στο Δημοτικό Νοσοκομείο, σσ. 235-238). Συλλαμβάνεται τραυματισμένος, με μια βαλίτσα λίρες στο πλευρό του, και μεταφέρεται στο Δημοτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης (σημερινό «Γ. Γεννηματάς»). Εκεί το ανακριτικό του ΕΛΑΣ του παίρνει τη μοναδική κατάθεση που διαθέτουμε, ενώ εκατοντάδες πολίτες είχαν μαζευτεί έξω για να τον λιντσάρουν.

Τελικά δεν χρειάστηκε να γίνει η δίκη του καθώς πεθαίνει «από ουραιμία κατόπιν ακρωτηριασμού». Ηταν μόλις 36 ετών. Το πτώμα του δόθηκε στο έξαλλο πλήθος και διαπομπεύτηκε στους δρόμους της πόλης πάνω σε ένα κάρο, για να καταλήξει σε ένα μικρό ρέμα όπου πετάγονταν σκουπίδια, στον σημερινό σταθμό λεωφορείων της οδού Λαγκαδά. Πολλά από τα πρωτοπαλίκαρα της συμμορίας έφυγαν στο εξωτερικό ή έμειναν στη χώρα χωρίς κανείς να τους αγγίξει και, όπως καταγράφει ο Βενιανάκης, «μάταιη ήταν η οργή των συγγενών θυμάτων, τους οποίους μάλιστα απειλούσαν να μη διαμαρτύρονται». 

[Το βιβλίο θα παρουσιάσουν στην Κατερίνη οι εκδόσεις Επίκεντρο και το βιβλιοπωλείο Νέστωρ την Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου, στις 7 το βράδυ, με εισηγητές τους Ανδρέα Βενιανάκη, Στράτο Δορδανά και Αντώνη Κάλφα και συντονιστή τον Βλάση Αγτζίδη].

ΠΗΓΕΣ:

1. Ανδρέας Βενιανάκης, Δάγκουλας, ο “δράκος” της Θεσσαλονίκης. Συμβολή στην Ιστορία των Ταγμάτων Ασφαλείας επί Κατοχής (1941-1944), εκδόσεις Επίκεντρο, πρόλογος Στράτου Δορδανά, Βάιου Καλογρηά, Θεσσαλονίκη 2016.

2. Απόστολος Λυκεσάς, «Αντώνης Δάγκουλας, ο πρώτος «δράκος» της Θεσσαλονίκης», εφ. των συντακτών, 31.7.2016.

Image

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Image