Σπουδή στον πουριτανισμό στα χρόνια της μνημονιακής καθήλωσης

 maggritelovers

Είναι εύκολο να χρησιμοποιούμε την οικονομική κρίση ως αιτία για να δικαιολογήσουμε την απομάκρυνση των ανθρώπων από το συλλογικό ή πολύ περισσότερο την αντιδραστική θέση που υιοθετεί κάποιος απέναντι σε καθετί αισθάνεται ότι απειλεί την ίδια του την ύπαρξη. Έχουμε εθιστεί σε έναν λόγο αφοριστικό και στην αυτονόητη απαξίωση των ανθρωπίνων σχέσεων, υποβαθμίζοντας την αξία της ίδιας της ζωής.

Αυτή η αποστασιοποίηση που αποκαλείται σήμερα από πολλούς ως ώριμη θέση, είναι η βαθύτερη αιτία μιας κρίσης που δεν θεραπεύεται με οποιαδήποτε οικονομική ανάπτυξη, παρά μόνο με μια βαθιά και επί της ουσίας επαναπροσέγγιση της έννοιας της συνάντησης των ανθρώπων.

Για παράδειγμα, τα προηγούμενα χρόνια, πριν την οικονομική κρίση, κάποιος αισθανόταν ντροπή να πει ότι είναι άνεργος ή ότι δεν έχει να πληρώσει το λογαριασμό του ρεύματος. Αυτός που έχανε τη δουλειά του κουβαλούσε το στίγμα του τεμπέλη, του ανθρώπου χωρίς σκοπό και στόχο, που περιμένει από την πρόνοια ή από τους άλλους για να ζήσει. Σήμερα, η απενοχοποίηση της ανεργίας ως κατάστασης συντελείται στην ελληνική κοινωνία με έναν βραδύ τρόπο που καταδεικνύει τη βαθιά συντήρησή της που έχει τις ρίζες της σε βαθύτερα ψυχοπαθολογικά φαινόμενα. Πηγάζει από έναν ανορθολογισμό που κυριαρχεί σε βάρος της προόδου του πολιτισμού μας και συνήθως καθρεφτίζεται στη συμπεριφορά μας απέναντι στους άλλους. Μια συμπεριφορά που δικαιολογείται στο όνομα μιας αγανάκτησης που πολλές φορές εκφράζεται από ανθρώπους που δεν θα έπρεπε να αγανακτούν, καθώς δεν έχουν εμφανή λόγο να το κάνουν.

Έτσι λοιπόν, αν κάποιος είναι υπέρ της θανατικής ποινής για τους εμπόρους ναρκωτικών, αν θεωρεί ότι για το βιασμό ή τον ξυλοδαρμό μιας γυναίκας φταίει συνήθως αυτή που το προκάλεσε, αν πιστεύει ότι ένας μετανάστης είναι πιο επιρρεπής στο έγκλημα, ότι ο δημόσιος υπάλληλος κοιμάται στην υπηρεσία του ή ότι ο κάθε ελεύθερος επαγγελματίες φοροδιαφεύγει, αυτό δεν είναι απλώς μια πεποίθηση. Πρόκειται για στερεοτυπικές θέσεις που πολλές φορές είναι κανόνας. Ήταν κανόνας και πριν την οικονομική κρίση. Σε λιγότερο βαθμό αλλά υπήρχε η προκατάληψη στη βάση της σκέψης του καθημερινού πολίτη που την εξέφραζε τελικώς με πράξεις ρατσισμού και μισαλοδοξίας.

Και είναι αυτό που ονομάζαμε πάντοτε ως πουριτανισμό και είναι η στάση που κρατά κανείς ως άμυνα απέναντι σε αυτό που δεν μπορεί να διαχειριστεί. Ένας δικαιολογημένος ή αδικαιολόγητος φόβος για τον "Άλλο" ή για τον ίδιο τον εαυτό, που δεν αφήνει κάποιον ούτε να μιλήσει για αυτά που αισθάνεται, να αποκαλύψει τα συναισθήματά του, λες και αν μιλήσει θα εκτεθεί σε αυτό που θεωρείται φυσιολογικό, σε αυτό που στην ουσία είναι απλώς το συνηθισμένο. Και ο πουριτανός βαφτίζει αυτή την άμυνα ιδιωτικότητα, που οφείλει να κρατήσει απαραβίαστη. Μια ιδιωτικότητα που τα όριά της τίθενται με έναν λανθάνοντα τρόπο, με μια κατασκευασμένη παγερή ανεπάρκεια που αντιστέκεται σε κάθε συναίσθημα, καθώς το εκλαμβάνει ως παρέμβαση στη ζωή του.

Αυτή η υπερβολική προστασία του ιδιωτικού, αυτή η εσωστρεφής κατάσταση αποτελεί απλώς μια νεύρωση, που ενίοτε ανάγεται και σε κοσμοθεωρία. Μια κοσμοθεωρία που αυτός που την υιοθετεί, θέτει ως αρχέτυπο να προβάλλει διαρκώς τις ενοχές του στον άλλο, για να τον κατηγορεί ότι φταίει για ό,τι του συμβαίνει, χωρίς να αναλογίζεται ποτέ τις δικές του ευθύνες. Έτσι, φταίει ο ξένος που έμεινε χωρίς δουλειά, φταίει ένας τρίτος που διαλύθηκε ο γάμος του, πάντα την ευθύνη φέρει το κακό που αντιπροσωπεύει ο άλλος που παρεμβαίνει φαντασιακά στον μικρόκοσμο που έχει δημιουργήσει με εξαιρετική επιμέλεια.

Και δεν είναι τίποτα περισσότερο από το προσωπικό έλλειμα που έχει κανείς. Και για να το κρύψει του είναι πιο εύκολο να το προβάλλει στον άλλο. Μια απωθημένη επιθυμία οδηγεί συνήθως ανθρώπους να κοροϊδεύουν τους ομοφυλόφιλους, να κρίνουν κάποιον από την εμφάνισή του, να μιλούν για την ηθική μιας γυναίκας για να κρύψουν τον σεξουαλικό τους πόθο για αυτήν. Άλλοτε, να θεωρούν ότι είναι ανώτεροι επειδή απλώς μένουν σε μεγάλο σπίτι ή ότι έχουν περισσότερα δικαιώματα σε μια οικοδομή σε σχέση με τους ενοικιαστές, επειδή είναι ιδιοκτήτες. Και συνήθως να επαίρονται ότι έχουν μια εργασία και ότι δόξα το θεό θα τα καταφέρουν ακόμη και αν οι άλλοι δίπλα τους δυστυχούν για τους ίδιους λόγους που την επόμενη μέρα μπορεί να βρεθούν οι ίδιοι στη θέση τους.

Είναι ένας καθημερινός φασισμός που πλέον χρησιμοποιεί την οικονομική κρίση ως άλλοθι. Σε συνδυασμό με μια μοιρολατρική στάση απέναντι σε όσα συμβαίνουν δημιουργείται μια κατατονική κατάσταση που για κάποιον θεωρείται προσωπική ισορροπία. Είναι ένας φθόνος για τη χαρά που ο ίδιος δεν μπορεί να απολαύσει. Είναι η ίδια άμυνα, που περικλείεται από μια life style συμπεριφορά που ορίζει ότι είναι must να μιλάς χωρίς να ανοίγεις το στόμα, να χαμογελάς από συνήθεια, να τροφοδοτείσαι μόνο από τη δυστυχία του άλλου και να μη χαίρεσαι ποτέ με τη χαρά του. Ότι είναι λογικό να αδιαφορείς για τον διπλανό σου και να ξοδεύεσαι μόνο σε κραυγές καταδίκης και ψήγματα αλληλεγγύης για να αποδείξεις ότι νοιάζεσαι για έναν κόσμο τον οποίο απλώς παρατηρείς και ποτέ δεν συμμετέχεις.

Βέβαια μπορεί κανείς να ερμηνεύσει το φαινόμενο του καθημερινού φασισμού με πολιτικούς όρους, ότι φταίει η ανασφάλεια που δημιουργεί η ανεργία και η φτώχεια. Και ότι επικρατεί ένας αριστοτεχνικά πλασμένος κοινωνικός αυτοματισμός, που αρέσκεται στο να εφευρίσκει αποδιοπομπαίους τράγους για να επιβιώσει στο τέλος το κυρίαρχο σύστημα, αλλά και να αισθανθεί ο καθένας καλύτερα. Όμως, εδώ επιχειρούμε να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί κάποιος επιλέγει να είναι αντιδραστικός και ρατσιστής, ενώ κάποιος άλλος, στις ίδιες συνθήκες και με τις ίδιες καταβολές, επιλέγει να αγωνίζεται για τα δικαιώματα των άλλων και να είναι αλληλέγγυος; Ισχύει, σαφώς, ότι  για να φτάσεις στο συλλογικό θα πρέπει να τοποθετηθείς πρώτα στο ατομικό. Και ο καθένας έχεις τοποθετηθεί πρώτα μέσα του. Το πώς έχει τοποθετηθεί, επηρεάζει το πώς θα συμπεριφερθεί στη συνέχεια.

Και αυτή τη θέση που παγιώνει ο καθένας μέσα του οφείλουμε να διακρίνουμε και να δουλέψουμε. Γιατί δεν έχει νόημα αν γίνεται μια ολόκληρη επανάσταση γύρω σου, αν εσύ δεν μπορείς να τη βιώσεις ως τέτοια. Αν εσύ παραμένεις πίσω από «συρματοπλέγματα», αν αποφεύγεις να συναντάς τον άλλο πρόσωπο με πρόσωπο, αν προτιμάς να κλείνεσαι παρά να ανοίγεσαι στους άλλους. Όταν θα καταφέρεις να απολαμβάνεις αλλά και να δίνεις απόλαυση αλλά και να διαχειριστείς αυτή την αγάπη που τώρα δυσκολεύεσαι να προφέρεις και πολύ περισσότερο να προσφέρεις. Σε έναν τέτοιο κόσμο, που το ατομικό συναντά το συλλογικό, μπορούμε να ελπίζουμε σε μια διαφορετική συνάντηση των ανθρώπων, σε μια συνειδητή στάση αλληλεγγύης για να ανατραπεί η ενεστώσα ισοπέδωση.

Θέμης Κωτούλας

ΥΓ. στη φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο - πίνακας του Ρενέ Μαγκρίτ «Οι εραστές»

Image
Image
Image

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ