Menu

Η ευλογημένη εκδίκηση των νοικοκυραίων μικροαστών

Σαν ήθελε να κάνει το γιο του παπά, ο κυρ Αριστείδης, μιας και οι εποχές ήταν δύσκολες και κρίση χτύπησε ακόμη και τους νοικοκυραίους του χωριού, που ξόδευαν παλιά τα χρήματα σε λούσα της πόλης και σινεάκ θερινό αγχωμένων ραντεβού, τον γυρόφερνε τον μονάκριβό του από σπίτι σε σπίτι για να βρει νύφη να τον παντρέψει.

Για να δει κι αυτός χαΐρι, με τόσα στόματα να θρέψει και άλλα τόσα να κλείσει. Γιατί τον φώναζαν τεμπέλη τον Θανασάκη που είχε κλείσει κιόλας τα 22 και δεν ήθελε να υπηρετήσει πατρίδα και στο χωράφι κοιμόταν κάτω από το κάρο, μαδώντας μαργαρίτες ερωτήματα.

Και οι αυλές στα σπίτια ασβεστώθηκαν και τα καημένα τα παντζούρια θα έσκουζαν αν είχαν φωνή, από την πολύ καθαριότητα που έπεσε εκείνο το καλοκαίρι στο χωριό. Το χωριό μέσα στη γούβα, που έφερε όνομα αλησμόνητης πόλης αστικής που διέθετε και θέατρο παλιά για να ντύνονται κομψά και να αλληλοκοιτάζονται με φιλοφρονήσεις καθωσπρέπει οι φραγκόφιλες κυρίες. Και κάθε σπίτι που είχε κόρη της παντρειάς για γάμο ετοιμαζόταν και τον Θανασάκη περίμενε να θρέψει μούσι για να υπηρετήσει τα θεία που ήταν δουλειά σίγουρη και τιμημένη.

Και κάποτε παπαδιά ευρέθη και σήμερα να σου ο Θανασάκης διορίστηκε στην πόλη τη μεγάλη και κήρυξε λόγια που έμαθε ορθά για να χαϊδεύει αυτιά πιστά και συνειδήσεις μακράς κατήχησης. Και απέκτησε σέβαση και μάθαινε τα καθέκαστα πίσω από τα κλειστά τώρα παντζούρια των σπιτιών και στο κρεβάτι του γείτονα ήξερε πότε αναστενάζουν οι κυρές και πότε παίρνουν προφυλάξεις - αμαρτία είναι και αυτό - αλλά μια προσευχή νωρίτερα διώχνει το κακό, με λίγο λιβάνι μετά πάνω σε κάρβουνο αναμμένο.

Και με τα χρόνια έγινε γνωστός σε ποίμνιο ευρύ και έπιασε παρέα με τον κ. Παντελή, που πάντα φίλους βολικούς ήθελε να κάνει. Και σήμερα ο παπά - Θανάσης κάνει και εγκαίνια σε μαγαζιά για να αυξηθεί η πελατεία και σε κτίρια συλλόγων δωρεάν παραχώρησης για να μπει πνεύμα υπερφυσικό και να δώσει ευλογία στα δρώμενα του πολιτισμού, αλλά και για να μην ξεχάσουμε τα παρελθόντα του έθνους.

Και εκεί που έψαχνε χρήμα ζεστό, να ανεγείρει ναό κοσμικό, με γάμους ακριβούς και συγχωρέσεις πολυτελείας, εν είδει θρησκείας βεβαίως - βεβαίως, βρήκε ευεργέτη στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, φτιαγμένο με μεράκι δημοσιογραφικό, σε ιλουστρασιόν φωτογραφίες με δημάρχους κλειδοκράτορες, να μοιράζουν δάφνες δανεικές για προεκλογικές φιέστες. Αυτές που τιμωρεί αυστηρά, αυτή η σκρόφα η ιστορία, γιατί έχει θυμητικό καλό και δεν ξεχνά την Κύπρο και τις μαριονέτες της εξουσίας, που τους καθοδηγούν ιεράρχες άτεκνοι, με τάμα αλουσίας, αλλά με σόι ευρύχωρο για να προσφέρουν προίκα δημόσια τιμαλφή.

Και εκεί στις εφημερίδες στριμώχτηκε κι αυτός με καλυμμαύχι πάντα άξιος και μπέρδεψε μπομπονιέρες με κόλλυβα και δημόσιες σχέσεις, με ποίμνιο τακτικό και δακρύβρεχτες ιστορίες σε γυναικωνίτες που μαθαίνεις την τελευταία λέξη της μόδας. Και εστάλη και αυτός εκπρόσωπος ιερός, δημόσιο χώρο να ευλογήσει και εκεί που έσπευσε να πει λόγο ιερό, πέρασε πρώτος πολίτης και έσκυψε να του φιλήσει ευλαβικά το χέρι.  Και έπιασε γνωριμία και μεγαλοπιάστηκε, σε πανηγύρια χωριών να ιερουργεί μεγαλοπρεπώς με άμφια χρυσοκέντητα και ζαρωμένα πρόσωπα χωρικών να γεμίζουν αδιάκριτα τις εκκλησιές.

Και βρέθηκε και αυτός να ενδιαφέρεται για τα κοσμικά και να προσλάβει ψιθυριστές για τη λειτουργία, που μιλούν για έργο σπουδαίο και λαμπρό και για ευλογημένους σωτήρες του τόπου που έκαναν χωράφια ποτιστικά και δρόμο και μάρμαρο για το παρεκκλήσι. Αλλά και χειροκροτητές βρίσκει κατά καιρούς για τον πρόεδρο, για να στήνονται πίσω από κορδέλες και νεολαίους που αντί για ανθοδέσμες σηκώνουν κινητά φωτογραφικές μηχανές απαθανατίζοντας γκριμάτσες και λοξές ματιές.   

Και για τέτοια καμαρώματα έμαθαν να ζουν οι δικοί μας άνθρωποι οι κοντινοί και άφησαν τα ξένα χέρια να σπάνε τον καπνό και τα χωράφια κατοχυρώσανε με χρησικτησία προσφυγικού προνομίου και στα καφενεία μάγκες χορεύουν χορό αντρίκιο, με κοινό υποτακτικούς συνδαιτυμόνες αδαούς αβροφροσύνης και με αγένειας συνταγή.

Και δεν μας έφτανε αυτό! Απέκτησε και ο κυρ - Παντελής πνευματικό, που είναι και της μόδας - για να παίρνει συμβουλές σίγουρες και στον παπά - Θανάση εξομολογούνταν τα κρυφά που σκέφτονταν για να ανακουφίζεται, έστω για μια βδομάδα και να χαιρετά ξανά τον γείτονα που έχτισε παράνομο κοτέτσι και ας τον είχε καταγγείλει που δεν του έδινε αυγά.

Και ο παπα - Θανάσης την εξομολόγηση έκανε δημοσκόπηση για το που πάει η κοινή γνώμη και δεν ήθελε να ακούσει προβλήματα συζυγικά, αλλά πολιτικά ζητήματα να θέτουν οι πιστοί και έλεγε ότι η λάθος ψήφος είναι αμαρτία και αμαρτάνουσα και αυτή η σκέψη να αγοράζουν δίσκους Rolling Stones και να ρίχνουν μόνο κέρματα στο δίσκο.

"Μη σκανδαλίζεσαι τέκνον μου και κατηγορείς το δήμαρχο, που το έργο του ευλογήθηκε όταν ανέλαβε από ευχή μακροημέρευσης και μακροημερίας που διάβασα από βιβλίο ιερό", είπε μια μέρα στον κυρ - Παντελή, που ζήτησε αποχέτευση για το χωριό. "Δέκα πάτερ ημών και ξεμπέρδεψες για αυτές τις μικρές αμαρτίες και μια λαμπάδα να ανάψεις στον άγιο - αχ αμάρτησα -  και στις εκλογές να ψηφίζεις πάντα μετά την εκκλησία, για να βρίσκεις φίλους καρδιακούς το χέρι τους να κατευθύνεις, μην αστοχήσουν στην κάλπη".

Με τέτοια λόγια έπειθε πιστούς και ευκολόπιστους. Έτσι ο κυρ - Παντελής, στις εκλογές, που πιάστηκε η μέση του να σταυρώνει ψηφοδέλτια σε αγρυπνία, για να τον ανταμείψουν, σε συγκέντρωση πολιτική, του έδωσαν σημαία πλαστική και καρέκλα δίπλα στον παπά και τον χαιρέτισε και ο δήμαρχος και ο βουλευτής που είχε χέρι ψυχρό και βλέμμα αδειανό. Και έγινε παράγοντας και αυτός και στα καφενεία έβγαζε κραυγές άναρθρες, για προδοσία μίλαγε και για εθνικούς ήρωες και σωτήρες έψαχνε με φανάρι του Διογένη, αλλά σβηστό μέσα στο απόλυτο σκοτάδι των μονόφθαλμων μικροαστών.

Και εσύ παπά Θανάση, Θανασάκη, που τον ιδρώτα σου δεν έχυσες για να ποτίσεις τα σπαρτά και έχεις και μπράβο σου και Θεό και αφέντη, μόνο που ο δικός σου ο Θεός ζει στα εγκόσμια και ο αφέντης σου το χρήμα σε διαφεντεύει, σήκωσε και κανένα λάβαρο για το λαό. Γιατί αν ξεχάσουν όλοι μαζί, μια Κυριακή, τα πορτοφόλια τους στο σπίτι, πως θα τη βγάλεις καθαρή στην κρίση, όχι την οικονομική, αλλά εκείνη του Θεού, που ξέρει πως η ζωή είναι αλλού και πως για τον Άδη δεν περνάς απέναντι πια με το ευρώ.

Και αν ψάχνεις ευεργέτη για τον πολυέλαιο τον καλό, μην τον ψάχνεις στα πρωτοσέλιδα, που κάποτε έγραψαν έξω οι βλάχοι απ' την Αθήνα. Κοίτα την κυρά - Θοδώρα, που έχει φόβο Θεού και πίστη στον άνθρωπο και τον κουλοχέρη, τον θείο Γιωρίκα, που αφού έχει μόνο ένα χέρι, σίγουρα δεν γνωρίζει η αριστερά τί ποιεί η δεξιά.

Καμένος από Χέρι

Bookmaker with best odds http://wbetting.co.uk review site.