Logo

Το ξυπόλυτο τάγμα και τα άλλα του θανάτου

Απόγευμα Σαββάτου, φθινοπωρινής ρέμβης στη γειτονιά του κυρ - Παντελή, καθισμένοι στις ακόμη απείραχτες αυλές της τσιμεντοποίησης του μετεμφυλιακού κράτους, οι κάτοικοι απολαμβάνουν την υγρασία της Κατερίνης, με καφέ στιγμιαίας αφύπνισης, πανέτοιμοι για νέες αντιστάσεις σε εχθρούς απρόσιτους στην καθεστηκυία συνείδηση.

Και ώρα του ήταν να ξεκουραστεί, αποκαμωμένος από την πολλή τηλεοπτική αποκάλυψη της πυρίτιδας και των εγκληματικών οργανώσεων που μιμούνται τους ναζί - και ας είναι οι γερμανοί φίλοι μας -  ο κυρ- Παντελής και από το καλοβρασμένο τσίπουρο που κατέβασε που είχε αγοράσει από την πανήγυρη, τον πήρε στην πολυθρόνα τον υπνάκο του. Και έτσι κοιμήθηκε καμιά ώρα, καθησυχασμένος που εξαρθρώθηκε αίφνης το κακό το ναζιστικό από τους δημοσιογράφους και τους οπερατέρ και που τα σταφύλια ήταν πατημένα και πανέτοιμα για τον αποστακτήρα.

Και καθώς γυρνούσα και εγώ από μια ακόμη ομιλία στην Εκάβη για τη μασονία, αφού ως γνωστόν, έχω διαστροφή με τις διαλέξεις με θέματα συνομωσίας και χαίρομαι πολύ να τρομάζω τους συντρόφους, τον βλέπω βυθισμένο σε στάση εμβρυακή να παραμιλά έντονα. Τον λυπήθηκα τον καημένο και τον ταρακουνάω. "Ξύπνα κυρ- Παντελή, τί το 'θελες το τσίπουρο, τώρα στα γεράματα". Και τρομαγμένος που με βλέπει έτσι αναχάπαρτα, σταυρώνει το στόμα του από το χασμουρητό και μου λέει "ευτυχώς, φίλε μου καμένε, ήταν μόνο ένας εφιάλτης...".

"Είδα όνειρο ζωηρό", μου είπε, "ότι οι Γερμανοί ξανάρθαν θησαυρό να γυρέψουν στο χωριό μου, και έκαιγαν σπίτια και σκότωσαν τους άνδρες. Και εγώ, όπως εκείνη την ημέρα, μέσα στο σπίτι, τρομαγμένος, δεν άνοιγα μήτε την πόρτα, μήτε μπορούσα να βγάλω φωνή και να μιλήσω. Και στο όνειρο κρύφτηκα στο δωμάτιο το αυθαίρετο, και ήμουν όπως τότε, μικρός και πεινασμένος, όπως στο χωριό στην κατοχή, που έπεσε πείνα και των γονέων. Και απέξω πέρναγε στρατός και το όνειρο είχε αγωνία... Και είχα χρόνια να δω αυτό το όνειρο της κατοχής, γιατί δεν θέλω να θυμάμαι...

Και όπως θα ξέρεις φίλε μου, τότε Χανς, Αδόλφο και Μπενίτο φώναζαν κάποιες μάνες τα παιδιά τους και η μάνα η δική μου μιλούσε για Γιοσμάδες που έκαναν κουμάντο, με γερμανικά ρούχα δανεικά έστελναν σε καθαριστήρια πατριώτες και έλεγαν ότι ξεβρώμιζε ο τόπος από τη φτώχεια και τον κομμουνισμό. Και ξαφνικά, αφού δεν βλέπαμε άλλο γερμανούς, κάποιοι άλλοι ήρθαν, με όπλα, όχλος. Και έλεγαν δικοί μας άνθρωποι πως είναι, μα γερμανοντυμένοι έκαναν νωρίτερα  παρέλαση στη Μ. Αλεξάνδρου, με βλέμμα απλανές και για πατρίδα λέει σήκωναν λάβαρα ψηλά και θα έδιωχναν ράιχ οικονομικό. Μα στις πορείες δεν τους ήξερα τόσο ξυρισμένους τους πατριώτες. Και ο μπαρμπέρης είχε καιρό που κατέβασε ρολά και χάθηκε, καθώς σύμβολα έγραψαν στην πόρτα του μαγαζιού του να μην πατάει άνθρωπος χριστιανός, γιατί αυτοί σταυρώσαν λέει το Χριστό.

Μα αυτούς στην εκκλησία δεν τους έβλεπα να πάνε και ας μιλούσαν για θρησκεία. Και αν για έθνος και φυλή μας μάθαιναν παπαδάσκαλοι σε αναγνωστικά, αυτοί μιλούσαν σπαστά ελληνικά, συλλαβίζοντας γερμανικά συνθήματα. Και εμείς, με γυμνά πόδια, τρέχαμε διαρκώς για να κρυφτούμε και μας καταδίωκαν για να μας φυλακίσουν, νομίζω,  για να μη μολυνθούμε από δηλητήριο αλληλεγγύης. Και όλο αυτό συνετισμό το έλεγαν. 

Και στο όνειρο, έτσι κρυμμένος, όπως ήμουν, τους άκουσα να μιλάνε. "Και αν μας κατηγορούν για δολοφόνους και συμμορία εγκληματική, εμείς εθνικούς ύμνους θα τραγουδάμε για να διασκεδάζουμε φήμες μαχαίρια και επιθέσεις θρασύδειλες σε σκοτεινά δρομάκια. Και φίλοι μας οι γερμανοί, εκείνοι που ήθελαν να επιμορφώσουν τους ευρωπαίους, όπως ο Εωσφόρος φέρνει το φως, σε παγανοϊεχωβάδες γιεγιέδες με χλαμύδες σε ναούς ερειπωμένους. Και το λάδι που κονόμησα κλέβοντας τους χωρικούς και μοσχοπούλησα στην αγορά, θα λέω πως τ' άρπαξαν επονίτες και θα παινεύομαι πως τάισα στόματα ελλήνων που έρεψαν με μνημόνια. Και θα καμώνομαι τον πατριώτη που κρατά δάφνες και δήθεν θα αναστορώ τα παλαιά και θα καπηλεύομαι τα τωρινά".

Και τους κοίταξα καλά, πίσω από τη χαραμάδα της πόρτας. Έμοιαζαν με κομπάρσους ταινιών εποχής, φορώντας χλαίνες δανεικές και με βάδισμα χήνας προχωρούσαν και κρατούσαν σε μασχάλες κουραμάνες με αυγά κότας. Και ήταν και ο χωροφύλακας, ο Λάζαρος, που μένει εδώ απέναντι, ντυμένος και αυτός κανονικά, με τη στολή. Και ήταν μαζί του ο γιος του δασκάλου, παιδί της γειτονιάς, που δεν έπαιρνε τα γράμματα και δεν τον πλησίαζε γυναίκα, με σημαία και αυτός ακολουθούσε το μπούγιο και γινόταν ένα με την οχλαγωγία. Έμαθε όμως για έθνος και φυλή και για τα άλλα τα σπουδαία και για το όχι που είπε ο Μεταξάς και για μύθους και ολοκαυτώματα που αυτός μήτε είδε μήτε που άκουσε.

Και πήγαινε ο θίασος στη σειρά και από την άλλη ταγματασφαλίτες περίμεναν με παλάμες ανοιχτές και τους έβαζαν χρυσά αυγά στα χέρια. Και αίμα και τίμη, τρώγανε ψωμί τυρί οι αλήτες και εμάς μας έκοβε λόρδα που κρατούσαμε προσχήματα και μας ένοιαζε να φάει και ο διπλανός μας. Και δεν ήξερα αν ήταν Γερμανοί και κρυβόμουν καλά να μη φανώ για να περάσει η αηδία.

Και πολλά παιδιά φάνηκαν να πηγαίνουν πίσω τους. Και κρατούσαν στεφάνια στα χέρια και προχωρούσαν σαν σε κηδεία να φροντίσουν νεκρούς και ταλαιπωρημένους. Και βγήκα έξω καμένε μου, αφού νόμιζα πως ξυπόλυτο τάγμα θα βρω, μα βρήκα τάγμα θανάτου. Και μαχαίρι βγάζουν ύπουλο και κάποιος με σημαδεύει με το δάχτυλο. Και τρέχω να ξεφύγω και να με κυνηγούν αυτοί από πίσω και τότε άκουσα το όνομά μου και ξύπνησα.

Ευτυχώς, ήταν όνειρο καμένε φίλε μου και εύχομαι να μην ξανάρθουν τέτοια χρόνια που κάποιοι θα καμώνονται τους αγανακτισμένους. Άντε καληνύχτα τώρα, σε λίγο αρχίζει ο Πρετεντέρης...

 

Καμένος από Χέρι

Utopia media & design - 2015 - Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος